Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Joni Mitchell - Carey / This Flight Tonight , 7'' (Reprise, 1971)

Carey: μια μικρή –και ολίγον ελληνική– ιστορία



   Πολλές θα είναι  οι απαντήσεις που θα πάρετε αν ρωτήσετε φίλους και γνωστούς για το ποιος/ποια/ποιοι υπήρξαν οι σημαντικότεροι καλλιτέχνες όλων των εποχών στο χώρο της μουσικής, ανάλογα με το μορφωτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό ή ακόμα και ηθικό υπόβαθρο του κάθε ερωτώμενου. Για μας, αλλά και για μεγάλο μέρος του διεθνούς κοινού και κριτικών, η απάντηση έρχεται άμεσα και συνοψίζεται στο όνομα και την προσωπικότητα της Joni Mitchell (γεννηθείσα Roberta Joan Anderson).
   Ξεκινώντας την καλλιτεχνική της παρουσία ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και με τις συνθετικές/στιχουργικές/ερμηνευτικές ιδιότητές της ανεπτυγμένες σε μοναδικό βαθμό (χωρίς να παραβλέπουμε και τις επιδόσεις της στη ζωγραφική), πέτυχε ήδη από τα πρώτα της βήματα να ορίσει την άγνωστη ως τότε έννοια της γυναίκας τραγουδοποιού, τροβαδούρου/storyteller. Με θεματολογία βγαλμένη από απλές, προσωπικές εμπειρίες στο πέρασμα πέντε δεκαετιών και διαθέτοντας μια χροιά φωνής που έχει χαρακτηριστεί ακόμη και ως θεραπευτική, κατάφερε να αποτελέσει ένα καλλιτεχνικό είδος από μόνη της, διατηρώντας αναλλοίωτη την οξυδέρκεια και την ειλικρίνειά της στη σχέση της με το παγκόσμιο κοινό. Μέσα από τους στίχους των τραγουδιών της έχει αποτυπώσει με τρόπο εξαιρετικό -μεταξύ άλλων- την αθωότητα των χρόνων της αγάπης και των λουλουδιών, τις διαψεύσεις της υλιστικής εποχής, τη μεταβολή στον τρόπο αντιμετώπισης της εξωτερικής πραγματικότητας και των προσωπικών σχέσεων που φέρνει το πέρασμα του χρόνου.
   Ήταν άνοιξη προς καλοκαίρι του 1970 όταν, σε μια προσπάθεια να διευρύνει τους ορίζοντές της αλλά και να ξεπεράσει κάποια προσωπικά (αισθηματικά και μη) ζητήματα που αντιμετώπιζε, σε ηλικία 27 περίπου ετών η Joni αποφασίζει να κάνει μια ευρωπαϊκή περιήγηση. Φτάνοντας στην Αθήνα, οι εγχώριοι ιθαγενείς της εποχής κρίνοντας από την εμφάνισή της την προτρέπουν με τη φράση “Hippie, hippie? Matala, Matala!” να ταξιδέψει ως τη γνωστή παραλία της νότιας Κρήτης, προκειμένου να συναντήσει τους… ομοίους της. Εν μέσω μαύρης χούντας και φουντωμένων προκαταλήψεων για το κίνημα του χιπισμού που ανθούσε παγκοσμίως, η Joni πράγματι επισκέφθηκε για μερικές εβδομάδες τον μικρό παραθαλάσσιο οικισμό που τότε ακριβώς άρχιζε –μαζί με την υπόλοιπη Ελλάδα– να ανακαλύπτει τον τουρισμό με όλα τα παρελκόμενά του.
   Δύο ήταν τότε όλα κι όλα τα πρωτόγονα εστιατόρια/καφέ της παραλίας: το πρώτο ήταν το περίφημο Mermaid που αναφέρεται και στους στίχους του παρόντος τραγουδιού και το άλλο το Dolphin, όπου κάνει τη γνωριμία με τον λίγο… τρελιάρη νεαρό μάγειρα που εργαζόταν εκεί, Carey Raditz (ας μην μας διαφεύγει ότι για λόγους προκαταλήψεων ή ακόμα και φόβου, οι Έλληνες επισκέπτες των Ματάλων αποτελούσαν εκείνη την εποχή άγνωστο είδος). Μαζί του θα ζήσει ένα σύντομο αλλά οπωσδήποτε ψυχοθεραπευτικό ειδύλλιο (…he gave me back my smile, θα αναφέρει για τον ίδιο στους στίχους του τραγουδιού “California”) και εμπνεόμενη από τη φυσιογνωμία του θα γράψει το “Carey” – ποιος στη χάρη του!, θα συμπληρώναμε εμείς. Στους στίχους του γίνεται γενική αναφορά στις συνθήκες διαβίωσης των hippies κατοίκων των σπηλαίων στα Μάταλα, αλλά και τη νοσταλγία που σύντομα ένιωσε η Joni για τον δικό της, αστικό τρόπο ζωής στην τότε έδρα της, την Καλιφόρνια.
   Η ευρωπαϊκή περιήγησή της συνεχίστηκε σε λίγο καιρό –πάντα μέσα στο 1970– στην Ισπανία, αλλά και την Αγγλία, όπου στις 29 Αυγούστου εμφανίστηκε στο φεστιβάλ του Isle of Wight. Με αφορμή μάλιστα ατυχές περιστατικό με έναν φαν επί σκηνής, απευθυνόμενη στο ακροατήριο η Joni χρησιμοποίησε απαξιωτικά τον όρο “tourists”. Σημειώνουμε το γεγονός αφού, στους στίχους του “Carey” που επισυνάπτουμε, τα Μάταλα ήδη από τότε περιγράφονται ως “tourist town”. Γινόταν φανερό πια το πώς άρχισε να χάνεται ο ρομαντισμός της πρώτης εποχής, καθώς στα επόμενα χρόνια και όταν πια οι χίπις είχαν εκδιωχθεί βίαια από την αστυνομία (με σιγοντάρισμα της Εκκλησίας), η απληστία για το γρήγορο κέρδος οδήγησε σε κάθε είδους βιασμό του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής, κάνοντας τα σημερινά Μάταλα να μη διαφέρουν από οποιονδήποτε απρόσωπο και καταναλωτικά ομογενοποιημένο, τουριστικό παραθαλάσσιο προορισμό της Μεσογείου. Η νεόκοπη και εμφανώς υποκριτική προσπάθεια για «αναβίωση» της εποχής των χίπις μέσα από μουσικά φεστιβάλ στην τοποθεσία κατά τα τελευταία χρόνια, μόνο την πλεονεξία και την αμάθεια των ντόπιων διοργανωτών ξεσκεπάζει, αφού μετακαλούνται μέχρι σούργελα τύπου… Τόνι Σφήνου!
   Από την όλη ιστορία μένει πια ως μουσικό ενθύμιο το “Carey”, το οποίο μερικούς μήνες αργότερα θα περιλαμβανόταν (όπως και το προαναφερόμενο “California”) στην μόλις τέταρτη δισκογραφική της παρουσία, το άλμπουμ-ορόσημο “Blue” του 1971. Η Joni Mitchell που χάρη σ’ ένα παιχνίδι της τύχης ενσωμάτωσε μια τοποθεσία της Ελλάδας στην παγκόσμια μουσική ιστορία –άσχετα αν αγνοείται επιδεικτικά στο μέρος που θα έπρεπε να της οφείλει τουλάχιστον ευγνωμοσύνη– συνέχισε τις μουσικές, προσωπικές της εξερευνήσεις σε χώρους όπως της folk, της soul και της free jazz. Είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσει κανείς για άλμπουμ ή έστω τραγούδι που να υπολείπεται μέσα από ένα σύνολο 21 δισκογραφικών παρουσιών (2 από τις οποίες live) από το 1968 ως το 2007, με καθεμιά τους να χαρακτηρίζεται ως μουσικό και στιχουργικό ενσταντανέ της εποχής της.
   Στις μέρες μας, για λόγους βιολογικούς πλέον, η Joni έχει σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις και πιθανότατα και τις δισκογραφικές της κυκλοφορίες. Η ανθρωπότητα θα της χρωστά παντοτινά όμως έναν απεριόριστο σεβασμό για το σύνολο της καλλιτεχνικής δημιουργίας της, αλλά και για την εν γένει συνεισφορά του αισθητηρίου της στην κατεύθυνση της αναζήτησης ενός ομορφότερου κόσμου. Ξεκινήστε να την ανακαλύπτετε!   


Dolphin café, καλοκαίρι 1968


  
Mermaid café, ίδια περίοδος. Σήμερα, τουριστικό εστιατόριο με άλλο όνομα.
 




Φωτογραφία της Joni στο Mermaid café, προφανώς μετά από θαλασσινό μπάνιο.