Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

VARIOUS - ΡΥΘΜΟΣ ΚΑΙ ΝΕΙΑΤΑ (ca. 1975)




       Ας αρχίσουμε με μια διαπίστωση: κακό πράγμα ο Συλλέκτης Δίσκων.
   Με τον πιο πάνω όρο, αναφερόμαστε σε όποιον αγοράζει τυφλά δίσκους βινυλίου, βάσει της όποιας «σπανιότητας» του έχουν υπαγορεύσει κάποιοι κατάλογοι/επιτήδειοι καταστηματάρχες/άλλοι ομοιοπαθείς συλλέκτες κ.ο.κ. Το είδος υπήρχε σε μικρότερο βαθμό παλιότερα, έχει όμως γνωρίσει έξαρση τον τελευταίο καιρό, ιδίως με την καταναλωτική μεταστροφή από το CD στο βινύλιο και την εξάπλωση καταστημάτων του είδους στις μεγάλες πόλεις, αλλά και το πλήθος των ιντερνετικών επιλογών αγοράς. Ακολουθώντας πια τους νόμους της προσφοράς και ζήτησης –οι οποίοι υποδαυλίζονται-στρεβλώνονται έντεχνα από τους εμπλεκόμενους έμπορους και κερδοσκόπους– έχει δημιουργηθεί ένα τυφλό κοπάδι αυτοαποκαλούμενων (και καλά...) συλλεκτών, χαρακτηριζόμενο αντικειμενικά από μικρή ως μηδενική μουσική παιδεία και άρρωστη πλεονεξία, παρά την όποια οικονομική κρίση ή ακριβώς εξ αιτίας αυτής. Σαν πεινασμένες ακρίδες, συχνάζουν σε παζάρια, καταστήματα και σχετικούς ιστότοπους, με ποικίλα κίνητρα, τα οποία κάποιες φορές αγγίζουν έως και τα όρια της ψυχασθένειας.
   Έχουν αναφερθεί παραδείγματα όπως πελάτη σε κατάστημα μεταχειρισμένων δίσκων που κυκλοφορούσε με μαγνήτη και ψώνιζε με βάση τον… μαγνητισμό που εξέπεμπε το εκάστοτε βινύλιο (μαγνητισμό; το πλαστικό;; και όμως!), άλλου που το έκανε με κριτήριο αποκλειστικά την αισθητική του εξώφυλλου και άλλα τέτοια γραφικά. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις, οι «συλλέκτες» πληρώνουν τρελά ποσά για δίσκους που είχαν κυκλοφορήσει (σκόπιμα ή μη) σε περιορισμένα αντίτυπα, είχαν κάποια ατέλεια στη χάραξη ή την εκτύπωση κ.λπ.
   Και η μουσική -ή αν προτιμάτε η χρηστική- αξία; Αγνοούμενη και απούσα εν προκειμένω, αφού το κύριο ζητούμενο είναι είτε το κέρδος είτε η άρρωστη ικανοποίηση της ιδιοκτησίας και κατοχής, λες και πρόκειται για γραμματόσημο, βάζο ή αντίκα. Με την ύπαρξη και συντήρηση του μηχανισμού πονηρού μαγαζάτορα-αγαθιάρη πελάτη-στυγνού μεταπράτη, η αγορά στραγγίζει από δίσκους πραγματικής μουσικής ποιότητας, που… συλλαμβάνονται και κρατούνται με συνοπτικές διαδικασίες σε κιβώτια και ράφια κάθε είδους άσχετου και στερημένου καταναλωτή, στον αιώνα τον άπαντα.
   Προς τι όμως αυτός ο πρόλογος; Είχαμε την ευκαιρία πρόσφατα να πληροφορηθούμε ότι σε πολυδιαφημισμένο παζάρι δίσκων (γρανάζι δυστυχώς κι αυτό του παραπάνω περιγραφόμενου μηχανισμού), η κυκλοφορία που παρουσιάζουμε σήμερα έφτασε να πωλείται 150 ευρώ και με βάση τις παρατηρήσεις μας δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι βρέθηκε και αγοραστής! Με κάμποσο κόπο και αρκετή περιέργεια εντοπίσαμε ένα προς ένα τα περιεχόμενα άσματα, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι παρά το αρκούντως ιντριγκαδόρικο εξώφυλλο δεν πρόκειται παρά για μια συλλογή απροβλημάτιστων, ερωτικών (κυρίως) χουντο-χιτς, τα περισσότερα εκ των οποίων κατά την προσφιλή τότε συνήθεια αποτελούσαν διασκευές ξένων επιτυχιών της εποχής. Παρ’ όλο που ως έτος κυκλοφορίας αναφέρεται το 1975 (πληροφορία που δεν μπορέσαμε να διασταυρώσουμε ελλείψει  των ετικετών του δίσκου), τα τραγούδια είναι οπωσδήποτε προγενέστερα –πιθανότατα  μεταξύ 1970 ως 1974– ερμηνευμένα από αστέρια και αστερίσκους της εν λόγω περιόδου. Δεν θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε την παρουσία της τότε ραδιοφωνικής και τηλεοπτικής «βασίλισσας» της bubblegum-pop, Νέλλυ Μάνου, η οποία αποτελούσε την επιτομή της ευνοούμενης από  το σύστημα τραγουδίστριας της επταετίας, με τα παντελώς ομοιόμορφα και «προκάτ» χιτς που ερμήνευε.
   Σε ανάλογο –και έως… τραγικά ανέμελο ύφος, βάσει των κοινωνικών δεδομένων τα εποχής– κινούνται και οι περισσότεροι ερμηνευτές του δίσκου, ελάχιστοι από τους οποίους επιβίωσαν και μετά το τέλος των 70s έως μέσων των 80s στην άνυδρη εγχώρια πραγματικότητα. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Τάμμυ, Τέρη Χρυσό και Ελπίδα, με το συγκρότημα των Osiris να αποτελεί τη μόνη ίσως αξιοπρόσεκτη περίπτωση εδώ, εκπροσωπούμενο μάλιστα από δύο τραγούδια. Η εν λόγω μπάντα, παρά την περιορισμένη επιτυχία που γνώρισε, ήταν ίσως μια από τις πρώτες που εισήγαγε στοιχεία του τότε εμφανιζόμενου hard/progressive ήχου στην ελληνική δισκογραφία. Εδώ έχουν αντρικά φωνητικά, μαρτυρείται όμως και το τραγουδιστικό πέρασμα της… Πωλίνας απ’ αυτούς, ενώ στο παρατιθέμενο λινκ από μουσική εκπομπή της τότε ασπρόμαυρης τηλεόρασης μπορούμε να τους δούμε στη μοναδική ίσως σωζόμενη εμφάνισή τους με (αλλοδαπή κατά πάσα πιθανότητα) τραγουδίστρια σε δυο τραγούδια, το πρώτο εκ των οποίων είναι η διασκευή του Easy Livin’ των Uriah Heep (απόσπασμα από 07:56 έως 11:40) : https://www.youtube.com/watch?v=5LxwV7hE844
  
   Για να μη μακρηγορούμε περισσότερο: χλευάστε όποιον καυχιέται ότι είναι συλλέκτης δίσκων (αφού κατά πάσα πιθανότητα περί άσχετου επιδειξιομανή πρόκειται),  τσιμπήστε χάριν περιέργειας το δισκάκι, ώστε να παραδειγματιστείτε για το χάσμα που μπορεί να υπάρχει μεταξύ μουσικής αξίας και εμπορικής τιμής και το κυριότερο αποφύγετε να πέσετε στην παγίδα του εύπιστου, παθιασμένου καταναλωτή βινυλίου που τεχνητά παραμένει ανοιχτή και συνεχώς διευρύνεται, δίνοντας προτεραιότητα στο προσωπικό σας μουσικό ψάξιμο – πηγές και δυνατότητες υπάρχουν πλέον πολλές.