Κυριακή, 14 Ιουνίου 2020

Η χαμένη αλλά όχι ξεχασμένη βαρεία (`)



    Αρκετά χρόνια πριν την είσοδο του μονοτονικού στη γραφή μας (1982) υπήρχε άλλο ένα σημείο στίξης εκτός της οξείας και της περισπωμένης, η βαρεία. Αυτή ήταν αντίθετης φοράς και κατεύθυνσης με την οξεία που χρησιμοποιείται τώρα, δηλαδή από πάνω αριστερά προς κάτω δεξιά. Με την εμφάνιση των υπολογιστών και των γνωστών προγραμμάτων γραφής που χρησιμοποιούν πληκτρολόγιο ακόμα και αυτή έπαψε να χρησιμοποιείται, λόγω άγνοιας ή βαρεμάρας των δακτυλογράφων ή των συντακτών έντυπων ή ηλεκτρονικών κειμένων. Αποτέλεσμα αυτού όταν κεφαλαία φωνήεντα βρίσκονται στην αρχή προτάσεων και τονίζονται, αυτά συνηθίζεται πια να συνοδεύονται από τον τόνο της οξείας που έχει ως αποτέλεσμα να παρουσιάζει την αφύσικη εικόνα σφαίρας ή σταγόνας βροχής που εξοστρακίζεται σε κάποια μεταλλική επιφάνεια και πέφτει προς το έδαφος αντί να υποδεικνύει το τονιζόμενο γράμμα. Για παράδειγμα: Ά, Έ, Ό, Ί, κτλ.
    Σήμερα ερχόμαστε να υποδείξουμε σε όλους και όλες τους/τις κειμενογράφους τον ορθό τρόπο τονισμού των κεφαλαίων φωνηέντων ο οποίος έχει προβλεφθεί με τη χρήση της βαρείας στα προαναφερόμενα φωνήεντα. Απλά, πατώντας το πλήκτρο του πληκτρολογίου που βρίσκεται αριστερά του αριθμού «1» στην επάνω σειρά και εν συνεχεία shift+κεφαλαίο γράμμα βλέπουμε να εμφανίζεται με τον ορθό τρόπο το γράμμα αυτό και με το σωστό τρόπο τονισμού του. Και λέμε «ορθό τρόπο» γιατί στο 100% των περιπτώσεων ήδη οι γράφοντες με το χέρι τον χρησιμοποιούν, ενώ αντίθετα κανείς απολύτως από τους γράφοντες με πληκτρολόγιο δεν έχει χρησιμοποιήσει ποτέ. Παραθέτουμε παραδείγματα σωστής γραφής ως ακολουθεί: `Α, `Ε, `Ο, `Ι, κτλ. Εδώ ας σημειώσουμε ότι μη όντες φιλόλογοι δεν ασχολούμαστε με τους γραμματικούς κανόνες που συνόδευαν στο μακρινό παρελθόν τη θέση της βαρείας στον γραπτό λόγο. Ασχολούμαστε μόνο με την επαναφορά της παρουσίας της στο σήμερα. Αυτά, και καλό ξεκίνημα!

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2020

Holger Czukay with Jah Wobble and Jaki Liebezeit ‎- Full Circle (Virgin, 1982)



 Είχαμε την ευκαιρία να έρθουμε για πρώτη φορά σε επαφή με τη συνεργασία των Holger Czukay, Jah Wobble και Jaki Liebezeit στα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέσα από τη συλλογή «New Wave Classix» και συγκεκριμένα ήταν το τραγούδι «How Much Are They?» το οποίο μας εξέπληξε ευχάριστα για τον πρωτοποριακό του ήχο. Να σημειωθεί ότι στο οπισθόφυλλο του single του ομώνυμου κομματιού αναγράφεται ότι είναι αφιερωμένο στον πρόσφατα χαμένο τότε (1980) Ian Curtis των Joy Division.

Οι μεν Czukay και Liebezeit υπήρξαν και οι δύο ιδρυτικά μέλη των θρυλικών avant-garde Can, στεκόμαστε κυρίως στον πρώτο ως κινητήρια δύναμη και έμπνευση πίσω από τους Can αφού εργάστηκε στις περισσότερες ηχογραφήσεις τους ως μηχανικός ήχου διαρκώς πειραματιζόμενος με καινούργιες τεχνικές. (Για τους Can έχει γραφτεί ότι δεν υπάρχει πλευρά της μουσικής με την οποία δεν έχουν καταπιαστεί). Ο δε Wobble αν και μεταγενέστερος ηλικιακά και μουσικά υπήρξε μπασίστας των Public Image Limited (P.I.L.) στην πρώτη περίοδο τους και διαμόρφωσε μουσικά την μεταγενέστερη new wave και rock μουσική όπως την γνωρίζουμε. Εξ όσων γνωρίζουμε η συνεργασία των Czukay και Wobble συνεχίστηκε (μαζί με τον κιθαρίστα The Edge των U2) για ένα ακόμα άλμπουμ.
`Εστω και αν το άλμπουμ μοιάζει χαοτικό στο πρώτο άκουσμα, αν ανατρέξει κανείς στη μουσική των Can (π.χ. Tago Mago) θα διαπιστώσει ότι το «Full Circle» ξεπερνά και διαπερνά τη μουσική τους για να καταλήξει κάπου αλλού. Το «Full Circle» λοιπόν περιέχει μουσικές φόρμες που το κάνουν διαχρονικό, για αυτό ο δίσκος δεν μοιάζει να γράφτηκε το 1982, αλλά πολύ αργότερα. Μέσα από το «χάος» υπάρχει η μουσική που εκφράζεται χωρίς συμβατικούς περιορισμούς και παίρνει υπόσταση με τους πειραματισμούς του Czukay με tapestape loops όπως ήταν ο πρόδρομος του σημερινού sampling), ραδιόφωνα, αλλά και με dub και jazz φόρμες. Θα διαπιστώσετε με τα ίδια σας τα αυτιά πώς ο «γκουρού» Czukay καταφέρνει να δαμάσει και να δώσει νόημα και φωνή σε αυτό το «χάος». Από την άλλη, ο Wobble συνεισφέρει ως ο απόλυτος μπασίστας σε μια rhythm section μαζί με τον Liebezeit για να βάλουν τα θεμέλια στο άλμπουμ. Η δημιουργία βέβαια ανήκει και στους τρείς με τον Czukay να κρατά το πιο δημιουργικό μέρος για τον εαυτό του.
Ακούγοντας τα τραγούδια ένα προς ένα αρχής γενομένης από το «How Much Are They?» με το ελαφρύ, χορευτικό αλλά και εθιστικό μπάσο, συνειδητοποιούμε πως θα ήταν εύκολο για αυτούς τους μουσικούς να φτιάξουν ένα «ποπ» τραγούδι με κλειστά μάτια. Προφανώς δεν αποσκοπούσαν στο να παράγουν hits. Βέβαια συνεχίζοντας την ακρόαση, διαπιστώνουμε πως στο υπόλοιπο άλμπουμ κυριαρχεί ένας πιο σκοτεινός και μυστικιστικός τόνος. Η απαγγελία με παραμορφωμένα φωνητικά (πιθανότατα του Wobble) των στίχων όπως για παράδειγμα στο «Where's the Money?» κάνει το κομμάτι να μοιάζει κάπως απόκοσμο. Το επώνυμο «Full Circle R.P.S. (No.7)» κυριαρχεί στην πρώτη πλευρά με τη διάρκεια του να πλησιάζει στα 11 λεπτά και να διατηρεί όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, όπως tapes  και διάφορους ήχους που πετάγονται από το πουθενά και χάνονται για να επιστρέψουν. Μοιάζει σαν ο Czukay  να έχει μπροστά του ένα ραδιόφωνο και να επιλέγει τυχαία τους σταθμούς (R.P.S.=Radio Picture Series). Το ανεβασμένο tempo του κομματιού σε συνδυασμό με τα πνευστά το καθιστά λιγότερο σκοτεινό και εξόχως ευχάριστο. Η άλλη πλευρά ξεκινά με το μυστηριώδες «Mystery R.P.S. (No.8)» που διατρέχει το βινύλιο σχεδόν για 9 λεπτά. Αυτό είναι από τα καλύτερα του άλμπουμ και πιστεύουμε πως ίσως να το ζήλευαν και οι Massive Attack για το πως το υπέροχο μπάσο και η ντραμς γεφυρώνουν τα ψυχρά φωνητικά και τις jazz πινελιές της κιθάρας. Το επόμενο είναι το «Trench Warfare» με πιο επιθετικό ρυθμό που επίσης θα ζήλευαν οι Massive Attack. Την καταιγιστική rhythm section και τα αποστασιοποιημένα φωνητικά εμβολίζουν τα πνευστά και τα πλήκτρα κλιμακώνοντας σε ένα ακόμη περισσότερο χαοτικό αποτέλεσμα. Τέλος, υπάρχει το πιο σκοτεινό κομμάτι, το «Twilight World» επίσης με παραμορφωμένα φωνητικά και εναλλαγές στα πνευστά και στα πλήκτρα οικοδομώντας μια νυκτερινή, πνιγηρά δυσοίωνη ατμόσφαιρα. Δοκιμάστε να το ακούσετε, κατά προτίμηση με ακουστικά, και να περιπλανηθείτε νύχτα στην πόλη.
Είναι γεγονός πως το συγκεκριμένο άλμπουμ δεν θα είναι εύκολο άκουσμα και δεν θα κερδίσει τον ακροατή με την πρώτη. Χρειάζεται το χρόνο του και τη διάθεση για μερικά ακούσματα. Όσοι από εσάς δεν ακολουθούν την πειραματική μουσική απλά αφεθείτε και το κάθε άκουσμα θα σας ανταμείβει όλο και περισσότερο.

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Hunters & Collectors - The Fireman's Curse (Virgin, 1983)



 Μετά από την υπέροχη παρουσίαση των πιο εντυπωσιακών αυτοκινήτων του παρελθόντος, ήρθε η ώρα να αναρτήσουμε περισσότερη μουσική. Σίγουρα θα θυμάστε τους Hunters & Collectors από την Αυστραλία και την παλιότερη ανάρτησή μας που αφορούσε στην διεθνή έκδοση του πρώτου τους επώνυμου άλμπουμ. Τώρα, έχουμε στα χέρια μας τον δεύτερο κατά σειρά δίσκο τους με τίτλο "The Fireman's Curse" που βγήκε το 1983 και φυσικά είμαστε στην ευχάριστη θέση να πραγματοποιήσουμε την ανάρτηση αυτή.
Γενικά το "The Fireman's Curse" βρίσκεται σε παρόμοια μουσικά χνάρια με το προηγούμενο άλμπουμ, εξερευνώντας μετα-πάνκ ήχους μέσω επιβλητικών funk ρυθμών με μια δόση πειραματισμού. Κατά τη γνώμη μας, το αποτέλεσμα είναι άκρως ατμοσφαιρικό. Να σημειώσουμε εδώ πως πριν από την προσεκτική ακρόαση του δίσκου, προηγήθηκε μια "έρευνα" στις κριτικές που είχαν γραφτεί κατά το παρελθόν. Κάποιες από αυτές αναφέρουν πως το "The Fireman's Curse" αποτέλεσε μια κυκλοφορία που πρόδιδε στασιμότητα και την έλλειψη επιλογών και έμπνευσης από την μεριά του συγκροτήματος. Μετά από την προσεκτική και επανειλημμένη ακρόαση των κομματιών, εμείς πιστεύουμε πως μόνο στασιμότητα δεν δείχνει η μουσική του "The Fireman's Curse". Απεναντίας, τα τραγούδια που αποτελούν τον δίσκο προχωρούν τη μουσική των Hunters ακόμη ένα βήμα παρακάτω. Αν λογαριάσει κανείς και το "πρόχειρο" εξώφυλλο που προσδίδει μια νότα d.i.y. αλλά και πειραματισμού με διάφορες μορφές τέχνης όπως το collage, πιστεύουμε πως προσθέτει αρκετά στην καλλιτεχνική αξία του εν λόγω δίσκου. Από όσο γνωρίζουμε, αυτή η τάση του collage συνεχίστηκε και στα επόμενα εξώφυλλά τους.
Από τα τραγούδια του άλμπουμ ξεχωρίσαμε τα "Sway" και "Drinking Bomb", και οπωσδήποτε πατήσαμε 'replay' στα άκρως εθιστικά "Curse", "Fish Roar" και "Mr. Right".
Ευελπιστούμε λοιπόν πως θα προσθέσετε το άλμπουμ αυτό στα αγαπημένα σας θερινά ακούσματα, έστω και αν είναι η πρώτη φορά που ακούτε γι' αυτό ή για τους Hunters & Collectors.