Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα new wave. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα new wave. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

Kaleidoscope - Incredible Kaleidoscope (Epic Records, 1969) & Planet P Project - Planet P Project (Geffen Records, 1983)

 

   Το όνομα Kaleidoscope έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί από αμερικανικά, αγγλικά, μεξικανικά κλπ συγκροτήματα κατά την διάρκεια κυρίως της δεκαετίας 1960-1970. Η περίπτωση που μας ενδιαφέρει είναι αυτή του αμερικανικού ψυχεδελικού/ροκ συγκροτήματος των τελών της δεκαετίας. Στο άλμπουμ τους “Incredible Kaleidoscope” του 1969 και ειδικότερα στο τραγούδι “Seven-Ate Sweet”, εμπεριέχονται διάφοροι ανατολίτικοι ρυθμοί, όπου μεταξύ των οποίων με έκπληξη θα ακούσει κανείς και το εγχώριο άσμα “Γερακίνα”. Πιθανολογείται ο δεύτερης γενιάς Ελληνοαμερικανός Paul Lagos που αναφέρεται στα φωνητικά, αλλά και στα κρουστά του δίσκου αυτού, είχε συμμετοχή τόσο στην επιλογή, όσο και την απόδοση του συγκεκριμένου άσματος…


   Σε τελείως διαφορετικό κλίμα και εποχή, αλλά πάντα σε σχέση με την ελληνική πραγματικότητα , το συγκρότημα Planet P (γνωστό και ως Planet P project) υπήρξε ένα pop/rock σχήμα των μέσων της δεκαετίας του 1980 με διεθνή απήχηση κυρίως με την επιτυχία τους “Why me”, από τον ομώνυμο άλμπουμ του 1983, που αποτέλεσε διεθνές χορευτικό και εμπορικό hit στην εποχή του. Την μυστηριώδη σχέση του δίσκου αυτού με τον προηγούμενο θα ανακαλύψει κανείς, αν κατεβάσει το μουσικό και οπτικό αρχείο και ρίξει μια ματιά στο οπισθόφυλλο. Εκεί θα δει ότι από όλα τα πιθανά και απίθανα μέρη του κόσμου επελέγη ένας τοίχος στην πόλη των Χανίων. Ανάμεσα στις λοιπές τοιχοκολλημένες αφίσες υπάρχει και μία που αναγγέλλει την ομιλία κάποιου πολιτικού του παρελθόντος με άμεση σχέση με πολιτικό του παρόντος. Τώρα για την επιτυχία των Planet P στην εγχώρια αγορά αφήνουμε τα συμπεράσματα στους ατρόμητους που θα τολμήσουν να κάνουν την αναζήτηση στην συγκεκριμένη εικόνα…

Και τα δύο καλούδια θα τα βρείτε σε μία συσκευασία ΕΔΩ!

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Holger Czukay with Jah Wobble and Jaki Liebezeit ‎- Full Circle (Virgin, 1982)



 Είχαμε την ευκαιρία να έρθουμε για πρώτη φορά σε επαφή με τη συνεργασία των Holger Czukay, Jah Wobble και Jaki Liebezeit στα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέσα από τη συλλογή «New Wave Classix» και συγκεκριμένα ήταν το τραγούδι «How Much Are They?» το οποίο μας εξέπληξε ευχάριστα για τον πρωτοποριακό του ήχο. Να σημειωθεί ότι στο οπισθόφυλλο του single του ομώνυμου κομματιού αναγράφεται ότι είναι αφιερωμένο στον πρόσφατα χαμένο τότε (1980) Ian Curtis των Joy Division.

Οι μεν Czukay και Liebezeit υπήρξαν και οι δύο ιδρυτικά μέλη των θρυλικών avant-garde Can, στεκόμαστε κυρίως στον πρώτο ως κινητήρια δύναμη και έμπνευση πίσω από τους Can αφού εργάστηκε στις περισσότερες ηχογραφήσεις τους ως μηχανικός ήχου διαρκώς πειραματιζόμενος με καινούργιες τεχνικές. (Για τους Can έχει γραφτεί ότι δεν υπάρχει πλευρά της μουσικής με την οποία δεν έχουν καταπιαστεί). Ο δε Wobble αν και μεταγενέστερος ηλικιακά και μουσικά υπήρξε μπασίστας των Public Image Limited (P.I.L.) στην πρώτη περίοδο τους και διαμόρφωσε μουσικά την μεταγενέστερη new wave και rock μουσική όπως την γνωρίζουμε. Εξ όσων γνωρίζουμε η συνεργασία των Czukay και Wobble συνεχίστηκε (μαζί με τον κιθαρίστα The Edge των U2) για ένα ακόμα άλμπουμ.
`Εστω και αν το άλμπουμ μοιάζει χαοτικό στο πρώτο άκουσμα, αν ανατρέξει κανείς στη μουσική των Can (π.χ. Tago Mago) θα διαπιστώσει ότι το «Full Circle» ξεπερνά και διαπερνά τη μουσική τους για να καταλήξει κάπου αλλού. Το «Full Circle» λοιπόν περιέχει μουσικές φόρμες που το κάνουν διαχρονικό, για αυτό ο δίσκος δεν μοιάζει να γράφτηκε το 1982, αλλά πολύ αργότερα. Μέσα από το «χάος» υπάρχει η μουσική που εκφράζεται χωρίς συμβατικούς περιορισμούς και παίρνει υπόσταση με τους πειραματισμούς του Czukay με tapes (ή tape loops όπως ήταν ο πρόδρομος του σημερινού sampling), ραδιόφωνα, αλλά και με dub και jazz φόρμες. Θα διαπιστώσετε με τα ίδια σας τα αυτιά πώς ο «γκουρού» Czukay καταφέρνει να δαμάσει και να δώσει νόημα και φωνή σε αυτό το «χάος». Από την άλλη, ο Wobble συνεισφέρει ως ο απόλυτος μπασίστας σε μια rhythm section μαζί με τον Liebezeit για να βάλουν τα θεμέλια στο άλμπουμ. Η δημιουργία βέβαια ανήκει και στους τρείς με τον Czukay να κρατά το πιο δημιουργικό μέρος για τον εαυτό του.
Ακούγοντας τα τραγούδια ένα προς ένα αρχής γενομένης από το «How Much Are They?» με το ελαφρύ, χορευτικό αλλά και εθιστικό μπάσο, συνειδητοποιούμε πως θα ήταν εύκολο για αυτούς τους μουσικούς να φτιάξουν ένα «ποπ» τραγούδι με κλειστά μάτια. Προφανώς δεν αποσκοπούσαν στο να παράγουν hits. Βέβαια συνεχίζοντας την ακρόαση, διαπιστώνουμε πως στο υπόλοιπο άλμπουμ κυριαρχεί ένας πιο σκοτεινός και μυστικιστικός τόνος. Η απαγγελία με παραμορφωμένα φωνητικά (πιθανότατα του Wobble) των στίχων όπως για παράδειγμα στο «Where's the Money?» κάνει το κομμάτι να μοιάζει κάπως απόκοσμο. Το επώνυμο «Full Circle R.P.S. (No.7)» κυριαρχεί στην πρώτη πλευρά με τη διάρκεια του να πλησιάζει στα 11 λεπτά και να διατηρεί όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, όπως tapes  και διάφορους ήχους που πετάγονται από το πουθενά και χάνονται για να επιστρέψουν. Μοιάζει σαν ο Czukay  να έχει μπροστά του ένα ραδιόφωνο και να επιλέγει τυχαία τους σταθμούς (R.P.S.=Radio Picture Series). Το ανεβασμένο tempo του κομματιού σε συνδυασμό με τα πνευστά το καθιστά λιγότερο σκοτεινό και εξόχως ευχάριστο. Η άλλη πλευρά ξεκινά με το μυστηριώδες «Mystery R.P.S. (No.8)» που διατρέχει το βινύλιο σχεδόν για 9 λεπτά. Αυτό είναι από τα καλύτερα του άλμπουμ και πιστεύουμε πως ίσως να το ζήλευαν και οι Massive Attack για το πως το υπέροχο μπάσο και η ντραμς γεφυρώνουν τα ψυχρά φωνητικά και τις jazz πινελιές της κιθάρας. Το επόμενο είναι το «Trench Warfare» με πιο επιθετικό ρυθμό που επίσης θα ζήλευαν οι Massive Attack. Την καταιγιστική rhythm section και τα αποστασιοποιημένα φωνητικά εμβολίζουν τα πνευστά και τα πλήκτρα κλιμακώνοντας σε ένα ακόμη περισσότερο χαοτικό αποτέλεσμα. Τέλος, υπάρχει το πιο σκοτεινό κομμάτι, το «Twilight World» επίσης με παραμορφωμένα φωνητικά και εναλλαγές στα πνευστά και στα πλήκτρα οικοδομώντας μια νυκτερινή, πνιγηρά δυσοίωνη ατμόσφαιρα. Δοκιμάστε να το ακούσετε, κατά προτίμηση με ακουστικά, και να περιπλανηθείτε νύχτα στην πόλη.
Είναι γεγονός πως το συγκεκριμένο άλμπουμ δεν θα είναι εύκολο άκουσμα και δεν θα κερδίσει τον ακροατή με την πρώτη. Χρειάζεται το χρόνο του και τη διάθεση για μερικά ακούσματα. Όσοι από εσάς δεν ακολουθούν την πειραματική μουσική απλά αφεθείτε και το κάθε άκουσμα θα σας ανταμείβει όλο και περισσότερο.

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018

Hunters & Collectors - The Fireman's Curse (Virgin, 1983)



 Μετά από την υπέροχη παρουσίαση των πιο εντυπωσιακών αυτοκινήτων του παρελθόντος, ήρθε η ώρα να αναρτήσουμε περισσότερη μουσική. Σίγουρα θα θυμάστε τους Hunters & Collectors από την Αυστραλία και την παλιότερη ανάρτησή μας που αφορούσε στην διεθνή έκδοση του πρώτου τους επώνυμου άλμπουμ. Τώρα, έχουμε στα χέρια μας τον δεύτερο κατά σειρά δίσκο τους με τίτλο "The Fireman's Curse" που βγήκε το 1983 και φυσικά είμαστε στην ευχάριστη θέση να πραγματοποιήσουμε την ανάρτηση αυτή.
Γενικά το "The Fireman's Curse" βρίσκεται σε παρόμοια μουσικά χνάρια με το προηγούμενο άλμπουμ, εξερευνώντας μετα-πάνκ ήχους μέσω επιβλητικών funk ρυθμών με μια δόση πειραματισμού. Κατά τη γνώμη μας, το αποτέλεσμα είναι άκρως ατμοσφαιρικό. Να σημειώσουμε εδώ πως πριν από την προσεκτική ακρόαση του δίσκου, προηγήθηκε μια "έρευνα" στις κριτικές που είχαν γραφτεί κατά το παρελθόν. Κάποιες από αυτές αναφέρουν πως το "The Fireman's Curse" αποτέλεσε μια κυκλοφορία που πρόδιδε στασιμότητα και την έλλειψη επιλογών και έμπνευσης από την μεριά του συγκροτήματος. Μετά από την προσεκτική και επανειλημμένη ακρόαση των κομματιών, εμείς πιστεύουμε πως μόνο στασιμότητα δεν δείχνει η μουσική του "The Fireman's Curse". Απεναντίας, τα τραγούδια που αποτελούν τον δίσκο προχωρούν τη μουσική των Hunters ακόμη ένα βήμα παρακάτω. Αν λογαριάσει κανείς και το "πρόχειρο" εξώφυλλο που προσδίδει μια νότα d.i.y. αλλά και πειραματισμού με διάφορες μορφές τέχνης όπως το collage, πιστεύουμε πως προσθέτει αρκετά στην καλλιτεχνική αξία του εν λόγω δίσκου. Από όσο γνωρίζουμε, αυτή η τάση του collage συνεχίστηκε και στα επόμενα εξώφυλλά τους.
Από τα τραγούδια του άλμπουμ ξεχωρίσαμε τα "Sway" και "Drinking Bomb", και οπωσδήποτε πατήσαμε 'replay' στα άκρως εθιστικά "Curse", "Fish Roar" και "Mr. Right".
Ευελπιστούμε λοιπόν πως θα προσθέσετε το άλμπουμ αυτό στα αγαπημένα σας θερινά ακούσματα, έστω και αν είναι η πρώτη φορά που ακούτε γι' αυτό ή για τους Hunters & Collectors.


Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

Hunters & Collectors - Hunters & Collectors (Virgin, 1983)




       Φιλοδοξούμε αυτή η ανάρτηση να σας πάει μακριά… ως το νότιο ημισφαίριο και την Αυστραλία, δηλαδή στον αντίποδα του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε, με τους Hunters & Collectors. Ίσως θυμάστε πως τους είχαμε πρωτοσυναντήσει στη συλλογή της A&M Records “Maiden Australia”, όπου και τους ξεχωρίσαμε μαζί με τους Sunnyboys ως τις δύο αξιολογότερες συμμετοχές της εν λόγω συλλογής.
      Οι Hunters & Collectors, είναι new wave συγκρότημα που υφίσταται από το 1981 και παραμένει σε δημιουργική ενασχόληση με τη μουσική ως και τις μέρες μας, βεβαίως με διάφορες παύσεις και ενδιάμεσα διαλείμματα. Λέγεται ότι τα μέλη των Hunters & Collectors υπήρξαν λάτρεις της krautrock και πως πήραν το όνομά τους από το ομότιτλο τραγούδι των Can από το LP “Landed” (1975). Πέρα από αυτό, μάς κέντρισαν την περιέργεια και τα τεκταινόμενα περί της ύπαρξης και κυκλοφορίας του δίσκου που περιγράφουμε σε αυτή την ανάρτηση, και εξηγούμε τον λόγο: φαίνεται πως οι Hunters & Collectors έχουν στο ενεργητικό τους δύο ομώνυμους δίσκους χρονικής απόστασης ενός έτους και με παρόμοια λίστα τραγουδιών, πράγμα που μάς προκάλεσε σύγχυση ως υποψήφιους λάτρεις της μουσικής τους. Πράγματι, μετά από αρκετή αναζήτηση, ξεκαθαρίστηκε πως το παρθενικό άλμπουμ τους  «Hunters & Collectors» κυκλοφόρησε σε διπλό βινύλιο αρχικά στην πατρίδα τους το 1982. Την επόμενη χρονιά το συγκρότημα ξεκίνησε περιοδεία στην Μεγάλη Βρετανία, όπου και υπόγραψε συμβόλαιο με την Virgin Records και προφανώς αποφασίστηκε να επανακυκλοφορήσει το πρώτο άλμπουμ, αυτή τη φορά σε παγκόσμια κλίμακα. Βέβαια, η διεθνής έκδοση του ομώνυμου δίσκου περιέχει τρία μόλις τραγούδια από το αρχικό διπλό άλμπουμ («Talking to a Stranger», «Scream Who», «Run Run Run») και συμπληρώνεται με τέσσερα τραγούδια που περιέχονταν στο ep «Payload» («Towtruck», «Droptank», «Mouthtrap», «Lumps of Lead»). Το δε ωραίο εξώφυλλο ανήκει και αυτό στο ep «Payload».
      Ξέρουμε όμως πως αυτά κουράζουν τον αναγνώστη και πως κυρίως οι βινυλιοθήρες ενδιαφέρονται για τις παραπάνω πληροφορίες. Δεν θέλουμε να δώσουμε την εντύπωση πως κρύβουμε με την πολυλογία μας την φτώχεια της μουσικής των Hunters & Collectors. Απεναντίας, οι Hunters & Collectors είναι ένα αξιοπρόσεκτο και αξιόλογο συγκρότημα, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής τους. Ακόμα και αυτή η πετσοκομμένη και ίσως… χοντροκομμένη εκδοχή του ομώνυμου δίσκου είναι ικανή να συγκλονίσει με το δυναμισμό που αποπνέει καθώς και την πρωτοτυπία της. Αποδεικνύεται δε πως ακόμη και τυχαία τραγούδια τους από ένα ep δεν υστερούν καθόλου και συγκρίνονται άνετα με τα τραγούδια μιας ολοκληρωμένης κυκλοφορίας. Η ουσία όλων των τραγουδιών που αναφέραμε πιο πάνω, ο κοινός παρονομαστής είναι η drums που κυριολεκτικά χορεύει funk πάνω σε μπάσο αλά «Talking Heads». Ό,τι λείπει από τα φωνητικά σε μελωδικότητα, το συμπληρώνουν τα πνευστά και τα πλήκτρα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι άψογα «δεμένη» μουσική που εθίζει και ερεθίζει εγκεφαλικά, ενώ ο ακροατής ταυτόχρονα πασχίζει ν’ ανακαλύψει τί άλλο μπορεί να κρύβεται μέσα σε τόσο πομπώδη αλλά και υπέροχα τραγούδια.
    Είμαστε σίγουροι πως οι Hunters & Collectors θα γίνουν οι επόμενοι αγαπημένοι σας και πως με αφορμή την ανάρτηση θα θελήσετε να ψάξετε ακόμα περισσότερο την μουσική τους. Υποσχόμαστε ότι αν πέσει στα χέρια μας κάποιος από τους πρώτους τους δίσκους, ευθύς αμέσως θα μοιραστούμε την ακουστική εμπειρία μαζί σας.