Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

Penetration - Coming up for Air (Virgin, 1979)



   Γνωρίζει κανείς τους Penetration; Έρχονται από την Αγγλία και παίζουν punk rock, ή μάλλον έπαιζαν... το 1978-79. Φιλοξενούμε για σας το δεύτερο και τελευταίο τους άλμπουμ με τίτλο "Coming up for Air" που κυκλοφόρησε το 1979. Δυνατά τραγούδια, καλοί στίχοι, καλή παραγωγή, αλλά πάνω από όλα, τα εκφραστικά και παθιασμένα φωνητικά της τραγουδίστριας Pauline Murray. Η δεσποινίς Murray είναι μέρος μιας παράδοσης που θέλει τα συγκροτήματα με γυναικεία φωνητικά να κατέχουν κάτι το ιδιαίτερο και το μοναδικό (βλ. παλιότερη ανάρτηση με θέμα τους X-Ray Spex και την τραγουδίστρια Poly Styrene), όμως δεν πρόκειται απλά για παράδοση γιατί όντως τα φωνητικά και η τεχνοτροπία της P. Murray είναι τέτοια που κάνει ελκυστικό ακόμα και ένα μέτριο τραγούδι (αυτό το LP περιέχει 1-2).
   Yπάρχουν και μεγάλες στιγμές όμως που αντισταθμίζουν τη μετριότητα, όπως τα Shout Above the Noise, Killed in the Rush, Come Into the Open (κομματάρα!!), What's Going On, Lifeline, New Recruit, δηλαδή καλοδουλεμένες αν και λιτές συνθέσεις που αναμφίβολα ανεβάζουν στα ύψη το επίπεδο του δίσκου. Επιπλέον τα εκφραστικά και πολλές φορές εύθραυστα φωνητικά της Pauline Murray προσδίδουν μια ανανέωση και ποικιλία στη μουσική των Penetration.
   Αν και το "Coming up for Air" δεν είναι ο κλασικός punk δίσκος που μπορεί κανείς να περιμένει, εντούτοις περιέχει ψήγματα από μουσικές και είδη που δεν είχαν φανεί καλά-καλά ακόμα το 1979. Ενδεικτικό είναι το γεγονός πως ένας από τους δύο κιθαρίστες, ο Fred Purser, αμέσως μετά τους Penetration σχημάτισε τους Tygers of Pang Tang, ένα συγκρότημα από τα πρώτα του New Wave of British Heavy Metal, δηλαδή τους παππούδες της σημερινής σκληρής μουσικής. Γεγονός είναι πως συγκροτήματα σαν τους Penetration άνοιξαν το δρόμο στην μουσική post punk/gothic, αλλά και ολόκληρο το κύμα των γυναικείων συγκροτημάτων της δεκαετίας του 1990.
   Ε Δ Ω θα τους απαντήσετε, και αφού τους ακούσετε περιμένουμε τα σχόλιά σας!!!

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

The Call - Modern Romans (Mercury, 1983)


   Από τις αρχές της δεκαετίας του 80 και συγκεκριμένα από το 1983 έρχεται ο δίσκος που φέρνουμε σήμερα και πρόκειται για το δεύτερο κατά σειρά άλμπουμ "Modern Romans" των αμερικανών Call, σε βρετανικού στυλ new wave, πιο κοντά στις φόρμες των Alarm, U2, Waterboys κ.ά. Η εκτεταμένη δισκογραφία τους, αρχής γενομένης από το 1981 και τουλάχιστον για μια δεκαπενταετία μετά, δεν τους χάρισε την εμπορική επιτυχία που προφανώς επιθυμούσαν. Ο λόγος γι’ αυτό ίσως είναι πως δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από τον κύκλο της "cult" αναγνωρισιμότητας στον οποίο βρισκόντουσαν.
Από το πρώτο άκουσμα του δίσκου διαφαίνεται το βαρύ και σοβαρό στυλ τους, χωρίς όμως να μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως "gothic" ή κάτι βαρύγδουπο παρεμφερές. Οι πολλές ταμπέλες δεν τους ταιριάζουν. Σε μερικά κομμάτια άλλωστε μπορούμε να δούμε μια ελαφριά επιρροή του David Byrne (The Talking Heads) στον τρόπο ερμηνείας. Στα υπόλοιπα κομμάτια τους σίγουρα αναδεικνύεται το προσωπικό τους στυλ, το οποίο είναι άμεσα αναγνωρίσιμο ειδικά στα πρώτα 2-3 άλμπουμς. Ίσως η περιορισμένη εμπορική επιτυχία τους να οφείλεται στο γεγονός πως ενώ είχαν δυναμικές συνθέσεις, τραγούδια που "τα σπάνε", δεν κατάφεραν τελικά να αναδείξουν την καθαρή ταυτότητα τους προς τον κόσμο. Όμως τίποτα από αυτά δεν κάνει τον δεύτερο δίσκο τους "Modern Romans" κατώτερο. Αντίθετα, πρόκειται για ένα δυνατό σύνολο τραγουδιών, τόσο από άποψη γούστου, αλλά και ποιότητας. Είναι κοντολογής, ένας δίσκος γεμάτος με κλασικά ακούσματα και εν δυνάμει επιτυχίες. Αναμφισβήτητα διαμάντια είναι τα "Turn a Blind Eye", "Time of your Life", "Modern Romans", "Violent Times" και "Face to Face".
   Είμαστε σίγουροι πως θα σας αρέσουν οι Call αλλά και ο συγκεκριμένος δίσκος, με τον-πάντα-φρέσκο ήχο και με δυναμικές συνθέσεις που δεν "γλύφουν" για να αρέσουν. Οπωσδήποτε οι Call έβαλαν ένα επιπλέον λιθαράκι σε αυτή τη μουσική.

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

VARIOUS - Rave (Telstar, 1990)



   Ο όρος “Rave music” θυμίζει 24ωρα πάρτυ με μπόλικη και πολύχρωμη νεολαία, πολλές και αμφιβόλου προέλευσης και επιδραστικότητας ουσίες και άλλα τέτοια... ξεπερασμένα για τα χρόνια της κρίσης που διαβαίνουμε. Κι όμως αρχικά η μουσική Rave δεν ήταν κάτι τέτοιο. Αν και σαν μοντέρνος μουσικός όρος υπονοεί τη γεμάτη ενέργεια μουσική, οι απαρχές της αποτυπώνονται στη συλλογή που ανεβάζουμε σήμερα. Χαρακτηριστικά της μουσικής αυτής είναι η ενέργεια που προαναφέραμε, η απόλυτη χρήση των συνθεσάϊζερ, τα samples και ενίοτε έως πολύ συχνά τα επαναλαμβανόμενα "loops", δηλαδή ηχητικές φράσεις που επαναλαμβάνονται και γεμίζουν τα τραγούδια.
   Για να περιγράψουμε τον τρόπο που γεννήθηκε αυτή η μουσική, θα λέγαμε πως ξεπήδησε μέσα από την σκηνή του Μάντσεστερ, τη Hacienda και άλλα clubs. Δεν θύμιζε σε τίποτα τη σκοτεινή μουσική των Joy Division, ή των Section 25, ή το μινιμαλισμό των Durutti Column, αλλά γεννήθηκε μέσα από την σταδιακή μετάλλαξη της new wave μουσικής της δεκαετίας του 80 στην ανατολή της δεκαετίας του 90. (Κομβικό σημείο-γέφυρα για το πέρασμα από το ένα ρεύμα στο άλλο, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την κυκλοφορία του “Blue Monday” των New Order, ήδη από το 1983, ένα από τα εμπορικότερα maxi-singles στην ιστορία της μουσικής). Ήταν σαν έμβρυο που η καρδιά του ακουγόταν αμυδρά ενώ ήταν στην κοιλιά της μητέρας του, αλλά σιγά-σιγά, όσο έφθανε η ώρα της γέννησής του, αυτή η καρδιά άρχιζε ν’ ακούγεται όλο και πιο δυνατά και με ρυθμό, περίπου όπως η house ντράμς στα τραγούδια των Soup Dragons, KLF, Jesus Jones, Primal Scream, Shamen, Stone Roses αλλά και άλλων συγκροτημάτων που περιλαμβάνονται στη συλλογή. Είναι ένα αμάλγαμα από ηλεκτρονική ψυχεδέλεια, ambient, funk και κάποια χαρακτηριστικά της μαύρης μουσικής. Ο σκοπός αυτής της μουσικής; φυσικά η διασκέδαση και ο χορός. Βέβαια στη συνέχεια αναμείχθηκε με Acid House, Breakbeat, Techno φόρμες και "έσπασε" σε χιλιάδες άλλα κομμάτια. Ίσως κάπου εκεί να γεννήθηκε το trip-hop το οποίο είναι και αυτό ένας συνδυασμός από πολλές φόρμες. Τελικά, η μουσική Rave έχασε την αρχική σημασία της πρωτοπορίας και του νεωτερισμού...και κατέληξε να λέγεται Rave ό,τιδήποτε ακουγόταν σε Rave πάρτυ και κάπως έτσι έμεινε να το γνωρίζουμε και σήμερα.
   Είναι λοιπόν αρκετά κατατοπιστική η συλλογή αυτή, η οποία αν και όχι απολύτως ολοκληρωμένη οριοθετεί ωστόσο σημαντικές στιγμές της δημιουργίας του όλου ρεύματος. Απαραίτητη για τους νοσταλγούς της δεκαετίας του ’90 και για όσους λικνιζόντουσαν σ’ εκείνους τους ρυθμούς..!
   Αναζητήστε την Ε Δ Ω.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

The MGC - Foxy Lady / I Don't Want to Discuss it 7'' (Panvox, 1968-69)



   “Modern Greek Combo” (πλήρης ονομασία του συγκροτήματος) ήταν το όνομα το οποίο πρότεινε ο ίδιος ο… Ντίνος Ηλιόπουλος(!) όταν τους άκουσε να παίζουν σε κλαμπ στην Πλάκα προς τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Ανάμεσα στα μέλη του σχήματος συγκαταλέγονταν ο κημπορντίστας-πασπαρτού της ελληνικής ροκ σκηνής Δημήτρης Πολύτιμος και βέβαια ο πατριάρχης του ελληνικού ροκ Δημήτρης Πουλικάκος, ο οποίος υπήρξε μπασίστας τους για το διάστημα 1967-1969.
Διασκευές και τα δύο τραγούδια του single, με το shakeI Dont Want To Discuss It” στο flip-side και το ορόσημο στην ιστορία του ροκ “Foxy Lady” (του Jimi Hendrix, από το άλμπουμ “Are you Experienced?”) στην πρώτη πλευρά. Ο εγχώριος τύπος κατά την εποχή κυκλοφορίας του εν λόγω τραγουδιού το χαιρέτιζε ως το πρώτο στην ελληνική δισκογραφία που συνοδευόταν από ειδικά ηχητικά εφέ, ενώ τα… απόκοσμα γυναικεία φωνητικά που ακούγονται προς το τέλος του ανήκουν στην –πιθανότατα Αμερικανίδα– γυναίκα του Τάσου Φαληρέα (συνεργάτη του Πουλίκα στο αξεπέραστο «Μεταφοραί-Εκδρομαί ο Μήτσος»), πληροφορία που είχαμε από τον ίδιο τον Πουλικάκο σε συζήτηση μαζί του το 1993.
   Πιθανή χρονολογία κυκλοφορίας του παρόντος είναι τα τέλη 1968-αρχές 1969 και δεν χρειάζεται βέβαια να τονίσουμε ιδιαίτερα την σπανιότητα και την εν γένει αξία του ως άκουσμα, σαράντα και πλέον χρόνια μετά από τη στιγμή της ηχογράφησής του. Ακούστε το ανεπιφύλακτα!
   Κάπου Ε Δ Ω τριγυρνά. 
 

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Nonex - Nonex (Shadow Records, 1999)




   Σήμερα, σας παρουσιάζουμε κάτι τελείως διαφορετικό από τα συνηθισμένα ακούσματα. Πρόκειται για κάτι πολύ ξεχωριστό, ένα κατά βάση trip-hop συγκρότημα, τους Nonex και το ομώνυμο CD τους που κυκλοφόρησε το 1999.
  Μετά τους "γίγαντες" της βρεττανικής σκηνής trip-hop (Massive Attack, Portishead, Tricky, Morcheeba) υπήρξαν αρκετοί ακόμα καλλιτέχνες που ασχολήθηκαν με το ιδίωμα αυτό.
   Οι Nonex –με έδρα το Βερολίνο και μέλη Άγγλους και Γερμανούς μουσικούς– καταπιάνονται με την trip-hop μουσική με έναν τελείως δικό τους τρόπο. Όπως δηλώνουν στο εξώφυλλο του CD παίζουν "Αιθέριο drum ’n’ bass", δημιουργώντας ένα ατμοσφαιρικό μουσικό συνοθύλευμα βασισμένο πάνω σε breaking beats, με την βοήθεια προηχογραφημένων ήχων (samplers) σε κατά βάση instrumental τραγούδια με απολαυστικά -κυρίως γυναικεία- φωνητικά. Προσφέρουν έτσι μοναδικά ταξίδια πάνω από ambient τοπία, αποτελώντας ιδανική υπόκρουση για ψυχικές αναζητήσεις μέσα στην καρδιά του χειμώνα…
   Στο παρόν CD υπάρχει και μία ευχάριστη έκπληξη, η διασκευή στο πασίγνωστο "Smells Like Teen Spirit" των Nirvana, το οποίο οι Nonex έχουν με επιτυχία φέρει στα μέτρα τους. Είναι αμέτρητοι οι τρόποι που μπορεί κανείς να διασκευάσει ένα γνωστό τραγούδι. Αυτοί οι τύποι εδώ το έχουν αλλάξει τελείως, καθώς η τραγουδίστρια σιγοψιθυρίζει κάποιους από τους στίχους, ενώ κάποιους άλλους τους αποδίδει με μελωδικότατο τρόπο - πραγματικά αλλαγμένο το τραγούδι... από rock ύμνος γίνεται ένα αριστούργημα της trip-hop!
   Η προσωπική μας γνωριμία στο παρελθόν με μέλη του συγκροτήματος πιθανόν να λειτουργεί μεροληπτικά υπέρ της μουσικής τους, μη χάσετε όμως με τίποτα την ευκαιρία να ακούσετε τους Nonex και να διαπιστώσετε προσωπικά το ότι έχουν δημιουργήσει ένα ατμοσφαιρικά μελαγχολικό άλμπουμ που θα σας ταξιδέψει, θα σας χαλαρώσει και θα σας συναρπάσει.
   Τσιμπήστε το Ε Δ Ω.
  

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

The Bollock Brothers - The 4 Horsemen of the Apocalypse (Charly Records, 1986)


   Σίγουρα δεν μπορείς να κατηγορήσεις τους Bollock Brothers ότι δεν περνάνε καλά γράφοντας τραγούδια στα οποία διασκεδάζουν διασκευάζοντας και παραποιώντας γνωστά επικά τραγούδια της κλασικής περιόδου της ροκ μουσικής, δηλαδή μεταξύ 1968-1978.
   Ακόμη και αν κοιτάξει κανείς τη δισκογραφία τους θα δει πως έχουν διασκευάσει ολόκληρο τον δίσκο Never Mind the Bollocks των Sex Pistols κατά το παρελθόν, με πάρα πολύ κέφι. Πιθανολογούμε πως μέσα στη διασκέδαση και με αρκετή δόση ειρωνείας το όνομά τους έχει μια σταθερή αναφορά στους Sex Pistols, άλλωστε αν ακούσει κανείς τον τραγουδιστή των Bollock Brothers με την βρεττανική προφορά, έρχεται σίγουρα στο μυαλό η φωνή του Johnny Lydon των Pistols.
   Ας πάμε όμως ξανά στο The "4 Horsemen…", το οποίο θεματολογικά ασχολείται με τη θρησκεία, και εν προκειμένω τον χριστιανισμό και τα περί αποκάλυψης και τέλους του κόσμου όπως αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη. Θα λέγαμε πως υπάρχει μια εμφανής μανία του Jock McDonald με τα θέματα της θρησκείας σχεδόν σε κάθε τραγούδι. Στο πρώτο "The Legend of the Snake" επιδεικνύουν τη μαστοριά τους στην μυθοπλασία μπλέκοντας βιβλικά παραμυθάκια με το βιβλίο του Έριχ Φον Νταίνικεν "Τα Άρματα των Θεών", τελικά και τον Τζιμ Μόρισον για το Crawling King Snake", για να καταλήξουν πως ο Διάβολος ενίοτε μεταμορφώνεται σε φίδι για να πετύχει τους σκοπούς του. Υπάρχουν φανερές αλλά και μερικές κρυφές διασκευές στον υπόλοιπο δίσκο. Οι φανερές είναι τα "Faith Healer" (πανευρωπαϊκή επιτυχία, με μισό εκατομμύριο πωλήσεις, επική διασκευή σε κομμάτι του Alex Harvey) και δύο κομμάτια (Loud Loud Loud, Seventh Seal) του δικού μας Βαγγέλη Παπαθανασίου, από το θρυλικό «666» των Aphrodite’s Child. Οι σχέσεις των Bollock Brothers με την Ελλάδα δε σταματούν εδώ, αφού μάλιστα πραγματοποίησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 εμφανίσεις σε clubs στην… Κρήτη! Οι κρυφές διασκευές είναι ξένα μουσικά μέρη που χρησιμοποιούν σαν δικά τους -με επιτυχία θα λέγαμε- στα "Woke up This Morning and Found Myself Dead" (ακούγεται μέρος από το "Super Freak" του Rick James), ενώ στο ομώνυμο του δίσκου ακούγονται οι στίχοι του κλασικού "Sympathy for the Devil" των Rolling Stones. Στο τελευταίο κομμάτι-έπος "Return to the Garden of Eden" εκεί είναι μαζεμένες πολλές επιρροές... με το βασικό θέμα του τραγουδιού να είναι παρμένο από το επίσης κλασικό "In A Gadda-da-Vida" των Iron Butterfly, παρελαύνουν επίσης τα "California Dreaming", "Tales Of Brave Ulysses", "Watching The World Go By", "White Room," "Green Manalishi" και το "Gimme Shelter" σε αυτό το σχεδόν 13λεπτο έπος.
   Σίγουρα όλα τα παραπάνω θα έχουν αυξήσει στο κατακόρυφο την περιέργειά σας να ακούσετε αυτό το ποτ-πουρί αριστούργημα... το οποίο βέβαια όπως είπαμε στην αρχή, προϋποθέτει μεγάλη δόση χιούμορ από τον δημιουργό του, αλλά σίγουρα και από τους ακροατές. Γίνετε κι εσείς λοιπόν κοινωνοί του Αστείου που λέγεται The Bollock Brothers!
(Ανανέωση link 26/01/2012)

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Λουκιανός Κηλαηδόνης - Media Luz LP (EMIAL, 1976)



   `Εχοντας μακρινή μόνο σχέση με τις προγενέστερες ή μεταγενέστερες δουλειές του Λουκιανού, ο δίσκος αυτός έχει χαρακτηριστεί ως «το soundtrack μιας ταινίας που ακόμα δεν έχει γυριστεί»!
   Πιστή στη δομή ενός κλασικού φιλμ-νουάρ, η παρούσα κυκλοφορία ξετυλίγει καρέ-καρέ την υπόθεση μιας αστυνομικής ιστορίας με αρχή, πλοκή και δραματικές εντάσεις, αποτελώντας μια, πρωτοποριακή για την ελληνική δισκογραφία, concept ηχογράφηση. Επίκεντρο, το ονειρικό μπαρ Media Luz, από το οποίο –όπως μας ενημερώνει το εσώφυλλο/πρόγραμμα– γίνονται κάποια απειλητικά τηλεφωνήματα που δίνουν το έναυσμα για το ξεκίνημα μιας σκοτεινής (όπως ακριβώς μια αίθουσα κινηματογράφου) υπόθεσης…
   Μιλώντας για κινηματογραφικές αίθουσες, τα credits του δίσκου τον αφιερώνουν στη γενιά του Ροζικλαίρ («κακόφημου» σινεμά στην αρχή της οδού Πατησίων, κοντά στην Ομόνοια), σύμβολο και τόπο συνάντησης των καταπιεσμένων εκφραστικά και σεξουαλικά νεανικών γενεών των δεκαετιών ’50-’70. Σ’ αυτές και ακόμα παλιότερες εποχές παραπέμπει και το ακουστικό ύφος του δίσκου -ο οποίος κάλλιστα θα μπορούσε θεματικά και ηχητικά να είχε αποτελέσει την επένδυση ταινίας του Νικολαΐδη-, ενώ οι συμμετέχοντες μουσικοί απαρτίζουν την αφρόκρεμα της ελληνικής ροκ αλλά και τζαζ σκηνής της εποχής της κυκλοφορίας του, το 1976.
   Αφεθείτε λοιπόν στη μαγεία του ιδιαίτερου αυτού δίσκου, ανασυνθέτοντας –ο καθένας με τον δικό του τρόπο– τα κομμάτια αυτής της ιστορίας έρωτα και μυστηρίου που ταλανίζει απόψε τις αστυνομικές αρχές της πόλης..!

   Υ.Γ. Την παραπάνω ηχογράφηση ίσως θα την συναντήσετε κι αλλού, αλλά πιστεύουμε ότι εμείς αποδώσαμε καλύτερα τόσο τον ήχο όσο και τον –επίπονο, πιστέψτε μας– διαχωρισμό των κομματιών/μουσικών περασμάτων της.
(Ανανέωση link 27/01/2012)

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Τροφή για Σκέψη και Δράση...





   Πριν 2-3 χρόνια, διάσημη, βραβευμένη διεθνώς αρχιτέκτων, επισκέφτηκε την Ελλάδα. «Τι πιστεύετε ότι φταίει για την οικιστική εικόνα των σημερινών ελληνικών πόλεων;» τη ρώτησε δημοσιογράφος. Η απάντησή της, άμεση: «Η διαφθορά!».
...Το ότι είμαστε λαός του λυπημού, θα το έχετε καταλάβει πια. Κάποτε ικανοί για το καλύτερο, συχνότερα όμως –και με εξευτελιστικό τρόπο μάλιστα– για το χειρότερο! Από την Τουρκοκρατία και μετά, λίγες οι φωτεινές μορφές που προσπάθησαν να δείξουν έναν δρόμο καλύτερο για το μέλλον στις μάζες των δουλοπρεπών ιθαγενών που είχαν απομείνει… Κι όταν αυτές οι μορφές σπάνιζαν πια στην ημεδαπή, τα λαμπρά μυαλά κάποιων ξένων που αγάπησαν αυτό τον τόπο έπαιρναν τη σκυτάλη, σκουντουφλώντας όμως κι αυτά στα στουρνάρια της κακοτράχαλης ελληνικής πραγματικότητας. Μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις στάθηκε η μορφή του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ, στην οποία οφείλουμε συγκλονιστικά δείγματα καλαισθησίας ανά την Ελλάδα – περισσότερα για τη ζωή και το έργο του όποιος έχει τη διάθεση να ψάξει, θα βρει…
   Μεταφερόμαστε λίγα χρόνια πριν από το σήμερα. Ένας ηλικιωμένος ταξιτζής που φαινόταν ότι κόλλαγε πια τα τελευταία ένσημα πριν τη σύνταξη, περνώντας μπροστά από ιδιωτικό μεγαθήριο-νοσοκομείο του Nέου Φαλήρου, έδειξε για λίγο προς αυτό και είπε: «Ξέρεις τι ήταν εδώ κάποτε; Το ΑΚΤΑΙΟΝ..!».
   Μα τι ήταν τούτο το παράξενο, αιθέριο όνομα που ζούσε πια μόνο ως ανάμνηση; Ξεκινήσαμε την αναζήτηση…
   Και ακόμα:
   Δημιούργημα του προλεχθέντος Τσίλλερ λοιπόν και εμπνευσμένο αρχιτεκτονικά από την Όπερα της Βιέννης, το ΑΚΤΑΙΟΝ χτίστηκε στην παραλία του Νέου Φαλήρου την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα και λειτούργησε για αρκετά χρόνια ως τετραώροφο πολυτελές ξενοδοχείο, σημείο αναφοράς για την κοσμική ζωή της «Κηφισιάς του νότου», όπως ήταν τότε γνωστό το Νέο Φάληρο, εξαιτίας του πλήθους των αρχοντικών, νεοκλασσικών κτισμάτων του. Τα χρόνια πέρασαν. Με τους «Συμμαχικούς» -και όπως αποδείχτηκε, τραγικά περιττούς- βομβαρδισμούς του Πειραιά το 1944, το ΑΚΤΑΙΟΝ υπέστη ζημιές (όχι όμως ανεπανόρθωτες) και αυτό σε συνδυασμό με την εν γένει παρακμή της μεγαλοαστικής τάξης του λεκανοπεδίου, το έκανε βαθμιαία σκιά του εαυτού του. Ήδη από την δεκαετία του '50 ξεκίνησε η πλήρης -και ύποπτη- αδιαφορία για την τύχη του και το 1/3 του (αριστερό τμήμα) άρχισε μεθοδικά να ροκανίζεται και να... πολυκατοικιοποιείται.
   Και ήρθε η χούντα. Ο αγράμματος –πλην όμως θρασύς και παντοδύναμος– δήμαρχος Σκυλίτσης, υπεύθυνος για μια σειρά οικιστικών εγκλημάτων (ισοπέδωση τμήματος των Μακρών Τειχών της αρχαιότητας, κατεδάφιση του περίφημου δημαρχείου-Ρολογιού/συμβόλου του παλιού Πειραιά, ανέγερση κιτς τερατοκτισμάτων), δεν τόλμησε ωστόσο ν’ αγγίξει το εναπομείιναν κομμάτι του ΑΚΤΑΙΟΝ, το οποίο μάλιστα λειτούργησε για ένα διάστημα ως… παρακμιακή ντισκοτέκ. Στα χρόνια των αρχών της δεκαετίας του ’90 όμως, ένας άλλος δήμαρχος, το αποχαρακτήρισε από διατηρητέο και μια ωραία πρωία κάποια χρήματα άλλαξαν τσέπες και κάποιες μπουλντόζες έπιασαν δουλειά! Για την τιμή των όπλων μερικοί πολίτες μαζεύτηκαν και φώναξαν για λίγο, αλλά μετά μπουχός και σιωπή. Η σιωπή της απληστίας, του κέρδους, της απάθειας των κοντοπίθαρων καταφερτζήδων εργολάβων κ.λπ. 
   Στη θέση του ξενοδοχείου ΑΚΤΑΙΟΝ βρίσκεται σήμερα το μεγαθήριο ιδιωτικό νοσοκομείο που αναφέραμε στην αρχή, με κάποιες καμπύλες εδώ κι εκεί στην καρκατσούλα πρόσοψή του ν’ αποτελούν το άλλοθι του αρχιτέκτονα γι’ αυτό που βρισκόταν κάποτε στη θέση του, αναδεικνύοντας όμως περίτρανα την αμάθεια και την ανυπαρξία της αισθητικής που αυτός αντέταξε απέναντι στον Τσίλλερ…
   Το ΑΚΤΑΙΟΝ –με την πλαϊνή πρόσοψη επί της μπαζωμένης τώρα ακτής που του έδωσε κάποτε τ’ όνομά του– υπάρχει πια μόνο σε μια φούχτα καρτ-ποστάλ και φωτογραφίες της ένδοξης εποχής του και ίσως στις αναμνήσεις κάποιων παλιών κατοίκων της περιοχής. Οι λαοί, όπως και οι άνθρωποι μεμονωμένα, έχουν τελικά αυτούς που τους αξίζουν. Κανείς δεν είναι άμοιρος ευθυνών για το ότι ο Πειραιάς κατήντησε ως εμφάνιση και, το κυριότερο, ως νοοτροπία να είναι σήμερα η κοντινότερη επαρχιακή πόλη στην Αθήνα!
   Κι εδώ ακριβώς έρχεται η πρότασή μας:
   Δείξτε μας ΡΕ τι μάγκες διοικούντες είστε!
   Δείξτε μας ΡΕ κι εσείς οι άλλοι τι μάγκες αρχιτέκτονες βγάζουν τα πολυτεχνεία μας, που μπορούν να ξεφύγουν από την πενηντάχρονη πια λογική του βάζω-κουτιά-πάνω-σε-άλλα-κουτιά της ελληνικής οικιστικής (σκατά) ανάπτυξης!
   Δείξτε μας ΡΕ κι εσείς οι μαρκετίστες, απόφοιτοι των χιλιάδων σχολών διοίκησης τις ιδέες και τις προτάσεις σας για το λόγο ύπαρξης και τις δυνητικές λειτουργίες ενός τέτοιου κτίσματος στις μέρες μας!
   Όσοι έχουν δει το «Καλώς ήρθε το δολλάριο», ίσως θυμούνται με τι πόνο και οργή ο εξευτελισμένος από ανάγκη Γιώργος Κωνσταντίνου –όταν ο κλεφτράκος αδελφός Τζαννετάκος αρπάζει μια γωνία από το καρβέλι για το οποίο δε δούλεψε– ξεστομίζει τη φράση «Άσε κάτω το ψωμί ΡΕ», έτσι δεν είναι; Με το ίδιο ύφος κι ένταση φανταστείτε κι εσείς το ΡΕ των παραπάνω φράσεων, για να πάρετε μια ιδέα για τη σιχασιά μας απέναντι στην υποκρισία που διαχρονικά τα προαναφερόμενα συνδικάτα αναπαράγουν.
   Προκλητικά, θα έλεγε κανείς, στο ακριβώς διπλανό οικοδομικό τετράγωνο του αλλοτινού ΑΚΤΑΙΟΝ, ένα άδειο οικόπεδο ανάλογης έκτασης περιμένει τη σειρά του για να «φιλετοποιηθεί» κατά την προσφιλή, αηδή έκφραση των πονηρών νεοελλήνων, αργά ή γρήγορα.
   Σ’ έναν κόσμο που έμαθε να ξεχνά τι θα πει «ωραίο», πώς θα σας φαινόταν αν τους προλάβαινε κάποια μέρα η πρωτοβουλία μας για την επανανέγερση του θρυλικού οικοδομήματος, με κεφάλαια Ευρωπαϊκής Ένωσης, χορηγιών εγχώριων ή ξένων και με όποια πολιτιστική λειτουργικότητα μπορεί να δημιουργήσει η φαντασία; Δεν θα ήταν η πιο υπέροχη απάντηση στην αναίδεια, την απραξία, αλλά ουσιαστικά τη φοβία για δημιουργία των καιρών που ζούμε κι εκείνων που απειλούν να έρθουν;
   Με λόγια λίγα:
  Ξαναφτιάξτε το ΑΚΤΑΙΟΝ, ΡΕ!!
Υ.Γ. 1 Τα σχόλια και η συνεισφορά σας σχετικά με τα παραπάνω, δεν είναι απλώς ευπρόσδεκτα. Επιβάλλονται.
Υ.Γ. 2 Οι φωτό από το εξωτερικό και το εσωτερικό του ΑΚΤΑΙΟΝ που χρησιμοποιήσαμε είναι διαθέσιμες στον καθένα, μετά από λίγη αναζήτηση στο δίκτυο. Δεν τις εκμεταλλευτήκαμε –βέβαια– εμπορικά, παρά μόνο αισθητικά.
Υ.Γ. 3 …κάτι που δεν μπορούν να ισχυριστούν οι εκδότες πρόσφατου ελληνικού μυθιστορήματος, οι οποίοι χρησιμοποίησαν την πρώτη φωτό για το εξώφυλλο, μη μπαίνοντας στον κόπο ν’ αναφέρουν ούτε την πηγή ούτε την ταυτότητά της.

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Blues Cargo - First Delivery (Pegasus, 1993)


   Για τους Blues Cargo, τι να πει κανείς; Έχουν γράψει μεγάλο μέρος της ιστορίας της blues μουσικής στην Ελλάδα. Ως σχήμα έχουν δραστηριοποιηθεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, μετά από αρκετές μεταλλάξεις και ζυμώσεις και με γνώμονα την κοινή αγάπη τους στα blues έγραψαν τον πρώτο τους δίσκο στην ανεξάρτητη Ελληνική δισκογραφική Pegasus το 1993. Κατ' εξοχήν συναυλιακό συγκρότημα με φανατικούς οπαδούς στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό, έχουν δώσει αμέτρητα live στα περίπου 20 χρόνια ζωής τους. Αξίζει φυσικά να τους δεί κανείς σε ζωντανή εμφάνιση γιατί έτσι διαπιστώνει και το πόσο δεμένο συγκρότημα είναι, πόσο έχουν προχωρήσει μέσα σε αυτές τις δύο δεκαετίες που ολοκληρώθηκαν και "ψήθηκαν" ως μουσικοί πάνω στις συναυλιακές σκηνές, πάντοτε με κριτή το απαιτητικό Ελληνικό κοινό.
   Όμως η δική μας διαπίστωση είναι πως όσες φορές κι αν τους έχει δει κανείς ζωντανά και έχοντας ακούσει τα κομμάτια του "First Delivery" ξαναπαιγμένα, παραλλαγμένα, εμπλουτισμένα, πιστεύουμε πως οι καλύτερες εκτελέσεις είναι σε αυτή την πρωτόλεια και άρτια δισκογραφική δουλειά. Οι συνθέσεις είναι η μία καλύτερη από την άλλη και ο ήχος πάρα πολύ καλός. Έτσι ο ακροατής καταλαβαίνει πως στην περίπτωση που θα τους δει ζωντανά, αυτό που έχει να περιμένει από τους Blues Cargo θα είναι πάνω από το τέλειο. Γιατί το τέλειο βρίσκεται ήδη στα αυλάκια αυτής της πρώτης κυκλοφορίας. Μάστορες του blues λοιπόν, μιας μουσικής με λίγους αλλά "δυνατούς" οπαδούς στη χώρα μας.
   Δια μέσω του blog μας, ιδού η "Πρώτη Παράδοση" των Blues Cargo, με τις Χριστουγεννιάτικες ευχές μας σε όσους και όσες υποστήριξαν και υποστηρίζουν τους T.P.T. από την πρώτη κιόλας στιγμή της ύπαρξής τους!

   ΕΔΩ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΟΥΣ BLUES CARGO
  

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Urgh! A Music War the Film (1980), Urgh! A Music War The Album (A&M, 1981)

   Αγαπητοί φίλοι και φίλες του blog, σήμερα σας έχουμε μια σπουδαία ανάρτηση με μπόλικα "καλούδια", για την οποία θα προσπαθήσουμε να δώσουμε όσο πιο πολλές πληροφορίες μπορούμε, χωρίς να γίνουμε κουραστικοί. Ανεβάζουμε λοιπόν μια ιστορική ταινία-σταθμό για τους λάτρεις της punk rock και new wave μουσικής, το ντοκυμαντέρ "Urgh!, A Music War" που βγήκε στις αίθουσες το 1980 και ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε σε διπλό βινύλιο. Ουσιαστικά πρόκειται για το άτυπο "Woodstock" της γενιάς που διήνυε την εφηβεία της στη δεκαετία του ’80, χωρίς να παραβλέπουμε ότι από το Woodstock ως το Urgh! είναι μεγάλη η απόσταση, ποιοτικά, ποσοτικά, αλλά και μουσικά, με διαφορετικά ηχητικά και πολιτικά διακυβεύματα.
   Η ταινία είναι γεμάτη από καλλιτέχνες οι οποίοι από άποψη στυλ μοιάζουν άνισοι και ανόμοιοι μεταξύ τους, όμως όλοι μαζί δίνουν μια συμπυκνωμένη πληροφορία για τα μουσικά δεδομένα και δρώμενα της εποχής, με άλλα λόγια είναι ένας καθρέφτης όπου κοιτάζοντάς τον, βλέπεις το τότε μουσικό κλίμα και την κουλτούρα γύρω απ' αυτό.

   Η ταινία έχει -ας πούμε- σπονδυλωτή μορφή, γιατί είναι μαγνητοσκοπημένη στα εξής μέρη: Los Angeles, New York (Η.Π.Α.), London, Portsmouth (Μεγ. Βρεττανία), Frejus (Γαλλία) και δεν περιέχει καμία αφήγηση ούτε κάποιο επεξηγητικό κείμενο.
   Συμμετέχουν αρκετά μεγάλα ονόματα της τότε μουσικής σκηνής, όπως ενδεικτικά: Magazine, The Go-Go's, The Fleshtones, Joan Jett and the Blackhearts, XTC, Devo, The Cramps, Oingo Boingo, Dead Kennedys, Gary Numan, Klaus Nomi, Wall of Voodoo, Pere Ubu, Steel Pulse, Surf Punks, 999, UB40, Echo & the Bunnymen και οι Police. Ας σημειωθεί πως οι Police συμμετέχουν με δύο τραγούδια τους, ενώ όλοι οι υπόλοιποι με ένα και ένας από τους λόγους γι' αυτό, είναι ότι η ιδέα για το "Urgh!, A Music War" ανήκει στους Ian και Miles Copeland αδελφούς του Stewart Copeland, ντράμερ των Police.
   Στα θετικά της ταινίας είναι πως περιέχει μία από τις τελευταίες εμφανίσεις των XTC, και πως ενώ οι Police κλείνουν με το "Roxanne" ανεβαίνουν επί σκηνής και μερικά από τα συγκροτήματα που έχουμε δει στην ταινία (UB40, Skafish, Jools Holland) και "τζαμάρουν" μαζί τους. Στα αρνητικά της ταινίας είναι το γεγονός πως δεν έγινε επιλογή πιο αντιπροσωπευτικών τραγουδιών από ορισμένα, αν όχι από τα περισσότερα συγκροτήματα. Αν είχε γίνει αυτό, το "Urgh!" θα ήταν ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό ντοκυμαντέρ για τις απαρχές της δεκαετίας του 80.
   Θα βρείτε λοιπόν εδώ μεταξύ άλλων κομμάτια–δυναμίτες όπως εκείνα των Alley Cats (με την τραγουδίστρια να συνδυάζει μοναδικά cool και οργή), των Dead Kennedys και των Cramps, τραγούδια που αποτελούν ένα μουσικό είδος από μόνα τους όπως το Total Eclipse με τον ανεπανάληπτο Klaus Nomi, ή ακόμα και γραφικές παραξενιές όπως τον ζουν-ανάμεσα-μας Skafish με την μνημειωδών διαστάσεων μύτη, να… θυμιατίζει το ακροατήριο!
   Πάνω από όλα όμως, πρόκειται για μια μουσική ταινία που σκοπός της είναι εκτός από την καταγραφή υλικού για τις μετέπειτα γενιές και η διασκέδαση του θεατή -και σε αυτό το σημείο έγκειται η μεγάλη της επιτυχία.
   Στο ότι η ταινία θεωρείται πλέον «καλτ» συνέβαλλε το γεγονός ότι για πολλά χρόνια υπήρχε μόνο σε μορφή βιντεοκασέτας και Laserdisc (ένα αποτυχημένο format βίντεο), αλλά και το ότι παιζόταν σποραδικά (κυρίως στις Η.Π.Α.) από την καλωδιακή τηλεόραση και μόλις στα τέλη του 2009 κυκλοφόρησε σε DVD.
   Παραγνωρισμένο; Ξεχασμένο; Άγνωστο; Το "Urgh!, A Music War" επιστρέφει σε κοινή θέα, για να προσφέρει μέτρο σύγκρισης με τα σημερινά μουσικά και κοινωνικά δρώμενα και να κάνει όλους ν’ αναλογιστούν τι πάει στραβά και έχει χαθεί το αισθητήριο, η όρεξη για αναζήτηση και εν τέλει η αίσθηση του μέτρου από τα ερεθίσματα που κατακλύζουν μεν, αναισθητοποιούν δε την παγκόσμια νεανική κουλτούρα σήμερα…
   Εκτός από τις μπόλικες φωτογραφίες που περιέχονται στα παρακάτω αρχεία, ένα από τα "καλούδια" που υποσχεθήκαμε στην αρχή της ανάρτησής μας είναι και μια mp3 έκδοση του διπλού βινυλίου, στο οποίο αν και συμμετέχουν λιγότεροι καλλιτέχνες απ’ ότι στην ταινία, δεν παύει να είναι ένα ωραίο απομεινάρι της προσπάθειας αυτής.
   Στα παρακάτω links βρίσκονται όλα, καλή διασκέδαση:
1. Ταινία Urgh!

2. Δίσκος (από την Ελληνική έκδοση):