Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Η χαμένη αλλά όχι ξεχασμένη βαρεία (`)



    Αρκετά χρόνια πριν την είσοδο του μονοτονικού στη γραφή μας (1982) υπήρχε άλλο ένα σημείο στίξης εκτός της οξείας και της περισπωμένης, η βαρεία. Αυτή ήταν αντίθετης φοράς και κατεύθυνσης με την οξεία που χρησιμοποιείται τώρα, δηλαδή από πάνω αριστερά προς κάτω δεξιά. Με την εμφάνιση των υπολογιστών και των γνωστών προγραμμάτων γραφής που χρησιμοποιούν πληκτρολόγιο ακόμα και αυτή έπαψε να χρησιμοποιείται, λόγω άγνοιας ή βαρεμάρας των δακτυλογράφων ή των συντακτών έντυπων ή ηλεκτρονικών κειμένων. Αποτέλεσμα αυτού όταν κεφαλαία φωνήεντα βρίσκονται στην αρχή προτάσεων και τονίζονται, αυτά συνηθίζεται πια να συνοδεύονται από τον τόνο της οξείας που έχει ως αποτέλεσμα να παρουσιάζει την αφύσικη εικόνα σφαίρας ή σταγόνας βροχής που εξοστρακίζεται σε κάποια μεταλλική επιφάνεια και πέφτει προς το έδαφος αντί να υποδεικνύει το τονιζόμενο γράμμα. Για παράδειγμα: Ά, Έ, Ό, Ί, κτλ.
    Σήμερα ερχόμαστε να υποδείξουμε σε όλους και όλες τους/τις κειμενογράφους τον ορθό τρόπο τονισμού των κεφαλαίων φωνηέντων ο οποίος έχει προβλεφθεί με τη χρήση της βαρείας στα προαναφερόμενα φωνήεντα. Απλά, πατώντας το πλήκτρο του πληκτρολογίου που βρίσκεται αριστερά του αριθμού «1» στην επάνω σειρά και εν συνεχεία shift+κεφαλαίο γράμμα βλέπουμε να εμφανίζεται με τον ορθό τρόπο το γράμμα αυτό και με το σωστό τρόπο τονισμού του. Και λέμε «ορθό τρόπο» γιατί στο 100% των περιπτώσεων ήδη οι γράφοντες με το χέρι τον χρησιμοποιούν, ενώ αντίθετα κανείς απολύτως από τους γράφοντες με πληκτρολόγιο δεν έχει χρησιμοποιήσει ποτέ. Παραθέτουμε παραδείγματα σωστής γραφής ως ακολουθεί: `Α, `Ε, `Ο, `Ι, κτλ. Εδώ ας σημειώσουμε ότι μη όντες φιλόλογοι δεν ασχολούμαστε με τους γραμματικούς κανόνες που συνόδευαν στο μακρινό παρελθόν τη θέση της βαρείας στον γραπτό λόγο. Ασχολούμαστε μόνο με την επαναφορά της παρουσίας της στο σήμερα. Αυτά, και καλό ξεκίνημα!

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Holger Czukay with Jah Wobble and Jaki Liebezeit ‎- Full Circle (Virgin, 1982)



 Είχαμε την ευκαιρία να έρθουμε για πρώτη φορά σε επαφή με τη συνεργασία των Holger Czukay, Jah Wobble και Jaki Liebezeit στα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέσα από τη συλλογή «New Wave Classix» και συγκεκριμένα ήταν το τραγούδι «How Much Are They?» το οποίο μας εξέπληξε ευχάριστα για τον πρωτοποριακό του ήχο. Να σημειωθεί ότι στο οπισθόφυλλο του single του ομώνυμου κομματιού αναγράφεται ότι είναι αφιερωμένο στον πρόσφατα χαμένο τότε (1980) Ian Curtis των Joy Division.

Οι μεν Czukay και Liebezeit υπήρξαν και οι δύο ιδρυτικά μέλη των θρυλικών avant-garde Can, στεκόμαστε κυρίως στον πρώτο ως κινητήρια δύναμη και έμπνευση πίσω από τους Can αφού εργάστηκε στις περισσότερες ηχογραφήσεις τους ως μηχανικός ήχου διαρκώς πειραματιζόμενος με καινούργιες τεχνικές. (Για τους Can έχει γραφτεί ότι δεν υπάρχει πλευρά της μουσικής με την οποία δεν έχουν καταπιαστεί). Ο δε Wobble αν και μεταγενέστερος ηλικιακά και μουσικά υπήρξε μπασίστας των Public Image Limited (P.I.L.) στην πρώτη περίοδο τους και διαμόρφωσε μουσικά την μεταγενέστερη new wave και rock μουσική όπως την γνωρίζουμε. Εξ όσων γνωρίζουμε η συνεργασία των Czukay και Wobble συνεχίστηκε (μαζί με τον κιθαρίστα The Edge των U2) για ένα ακόμα άλμπουμ.
`Εστω και αν το άλμπουμ μοιάζει χαοτικό στο πρώτο άκουσμα, αν ανατρέξει κανείς στη μουσική των Can (π.χ. Tago Mago) θα διαπιστώσει ότι το «Full Circle» ξεπερνά και διαπερνά τη μουσική τους για να καταλήξει κάπου αλλού. Το «Full Circle» λοιπόν περιέχει μουσικές φόρμες που το κάνουν διαχρονικό, για αυτό ο δίσκος δεν μοιάζει να γράφτηκε το 1982, αλλά πολύ αργότερα. Μέσα από το «χάος» υπάρχει η μουσική που εκφράζεται χωρίς συμβατικούς περιορισμούς και παίρνει υπόσταση με τους πειραματισμούς του Czukay με tapes (ή tape loops όπως ήταν ο πρόδρομος του σημερινού sampling), ραδιόφωνα, αλλά και με dub και jazz φόρμες. Θα διαπιστώσετε με τα ίδια σας τα αυτιά πώς ο «γκουρού» Czukay καταφέρνει να δαμάσει και να δώσει νόημα και φωνή σε αυτό το «χάος». Από την άλλη, ο Wobble συνεισφέρει ως ο απόλυτος μπασίστας σε μια rhythm section μαζί με τον Liebezeit για να βάλουν τα θεμέλια στο άλμπουμ. Η δημιουργία βέβαια ανήκει και στους τρείς με τον Czukay να κρατά το πιο δημιουργικό μέρος για τον εαυτό του.
Ακούγοντας τα τραγούδια ένα προς ένα αρχής γενομένης από το «How Much Are They?» με το ελαφρύ, χορευτικό αλλά και εθιστικό μπάσο, συνειδητοποιούμε πως θα ήταν εύκολο για αυτούς τους μουσικούς να φτιάξουν ένα «ποπ» τραγούδι με κλειστά μάτια. Προφανώς δεν αποσκοπούσαν στο να παράγουν hits. Βέβαια συνεχίζοντας την ακρόαση, διαπιστώνουμε πως στο υπόλοιπο άλμπουμ κυριαρχεί ένας πιο σκοτεινός και μυστικιστικός τόνος. Η απαγγελία με παραμορφωμένα φωνητικά (πιθανότατα του Wobble) των στίχων όπως για παράδειγμα στο «Where's the Money?» κάνει το κομμάτι να μοιάζει κάπως απόκοσμο. Το επώνυμο «Full Circle R.P.S. (No.7)» κυριαρχεί στην πρώτη πλευρά με τη διάρκεια του να πλησιάζει στα 11 λεπτά και να διατηρεί όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, όπως tapes  και διάφορους ήχους που πετάγονται από το πουθενά και χάνονται για να επιστρέψουν. Μοιάζει σαν ο Czukay  να έχει μπροστά του ένα ραδιόφωνο και να επιλέγει τυχαία τους σταθμούς (R.P.S.=Radio Picture Series). Το ανεβασμένο tempo του κομματιού σε συνδυασμό με τα πνευστά το καθιστά λιγότερο σκοτεινό και εξόχως ευχάριστο. Η άλλη πλευρά ξεκινά με το μυστηριώδες «Mystery R.P.S. (No.8)» που διατρέχει το βινύλιο σχεδόν για 9 λεπτά. Αυτό είναι από τα καλύτερα του άλμπουμ και πιστεύουμε πως ίσως να το ζήλευαν και οι Massive Attack για το πως το υπέροχο μπάσο και η ντραμς γεφυρώνουν τα ψυχρά φωνητικά και τις jazz πινελιές της κιθάρας. Το επόμενο είναι το «Trench Warfare» με πιο επιθετικό ρυθμό που επίσης θα ζήλευαν οι Massive Attack. Την καταιγιστική rhythm section και τα αποστασιοποιημένα φωνητικά εμβολίζουν τα πνευστά και τα πλήκτρα κλιμακώνοντας σε ένα ακόμη περισσότερο χαοτικό αποτέλεσμα. Τέλος, υπάρχει το πιο σκοτεινό κομμάτι, το «Twilight World» επίσης με παραμορφωμένα φωνητικά και εναλλαγές στα πνευστά και στα πλήκτρα οικοδομώντας μια νυκτερινή, πνιγηρά δυσοίωνη ατμόσφαιρα. Δοκιμάστε να το ακούσετε, κατά προτίμηση με ακουστικά, και να περιπλανηθείτε νύχτα στην πόλη.
Είναι γεγονός πως το συγκεκριμένο άλμπουμ δεν θα είναι εύκολο άκουσμα και δεν θα κερδίσει τον ακροατή με την πρώτη. Χρειάζεται το χρόνο του και τη διάθεση για μερικά ακούσματα. Όσοι από εσάς δεν ακολουθούν την πειραματική μουσική απλά αφεθείτε και το κάθε άκουσμα θα σας ανταμείβει όλο και περισσότερο.

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018

Hunters & Collectors - The Fireman's Curse (Virgin, 1983)



 Μετά από την υπέροχη παρουσίαση των πιο εντυπωσιακών αυτοκινήτων του παρελθόντος, ήρθε η ώρα να αναρτήσουμε περισσότερη μουσική. Σίγουρα θα θυμάστε τους Hunters & Collectors από την Αυστραλία και την παλιότερη ανάρτησή μας που αφορούσε στην διεθνή έκδοση του πρώτου τους επώνυμου άλμπουμ. Τώρα, έχουμε στα χέρια μας τον δεύτερο κατά σειρά δίσκο τους με τίτλο "The Fireman's Curse" που βγήκε το 1983 και φυσικά είμαστε στην ευχάριστη θέση να πραγματοποιήσουμε την ανάρτηση αυτή.
Γενικά το "The Fireman's Curse" βρίσκεται σε παρόμοια μουσικά χνάρια με το προηγούμενο άλμπουμ, εξερευνώντας μετα-πάνκ ήχους μέσω επιβλητικών funk ρυθμών με μια δόση πειραματισμού. Κατά τη γνώμη μας, το αποτέλεσμα είναι άκρως ατμοσφαιρικό. Να σημειώσουμε εδώ πως πριν από την προσεκτική ακρόαση του δίσκου, προηγήθηκε μια "έρευνα" στις κριτικές που είχαν γραφτεί κατά το παρελθόν. Κάποιες από αυτές αναφέρουν πως το "The Fireman's Curse" αποτέλεσε μια κυκλοφορία που πρόδιδε στασιμότητα και την έλλειψη επιλογών και έμπνευσης από την μεριά του συγκροτήματος. Μετά από την προσεκτική και επανειλημμένη ακρόαση των κομματιών, εμείς πιστεύουμε πως μόνο στασιμότητα δεν δείχνει η μουσική του "The Fireman's Curse". Απεναντίας, τα τραγούδια που αποτελούν τον δίσκο προχωρούν τη μουσική των Hunters ακόμη ένα βήμα παρακάτω. Αν λογαριάσει κανείς και το "πρόχειρο" εξώφυλλο που προσδίδει μια νότα d.i.y. αλλά και πειραματισμού με διάφορες μορφές τέχνης όπως το collage, πιστεύουμε πως προσθέτει αρκετά στην καλλιτεχνική αξία του εν λόγω δίσκου. Από όσο γνωρίζουμε, αυτή η τάση του collage συνεχίστηκε και στα επόμενα εξώφυλλά τους.
Από τα τραγούδια του άλμπουμ ξεχωρίσαμε τα "Sway" και "Drinking Bomb", και οπωσδήποτε πατήσαμε 'replay' στα άκρως εθιστικά "Curse", "Fish Roar" και "Mr. Right".
Ευελπιστούμε λοιπόν πως θα προσθέσετε το άλμπουμ αυτό στα αγαπημένα σας θερινά ακούσματα, έστω και αν είναι η πρώτη φορά που ακούτε γι' αυτό ή για τους Hunters & Collectors.


Σάββατο 30 Ιουνίου 2018

Κούρσες για… κούρσες!



    Τα έχετε συναντήσει. Αποσπασματικά. Σε ταινίες, σήριαλ, αφίσες. Στον καιρό τους, τα περισσότερα τα έλεγαν με κρυφό δέος «κούρσες». Σε κάποιες περιπτώσεις, «κουρσάρες»!
   Κυρίες και κύριοι, για πρώτη απ’ όσο γνωρίζουμε φορά εγχωρίως, παρουσιάζονται συγκεντρωμένα κάποια από τα εμβληματικότερα αυτοκίνητα του παρελθόντος –από τα τέλη της δεκαετίας του 1930, έως τα τέλη περίπου της δεκαετίας του 1960. Σε χρόνια όπου το στυλ συμβάδιζε και κάποτε ακόμα και προπορευόταν της χρηστικότητας.   
   Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η αγγλική, η γαλλική, η ιταλική, ακόμα και η… τσέχικη, τολμούν να εξερευνήσουν και να ενσωματώσουν στοιχεία art deco στον εσωτερικό αλλά και εξωτερικό σχεδιασμό των προϊόντων τους. Τα αποτελέσματα συχνά ήταν εξωπραγματικά όμορφα. Όχι για αδύναμα βαλάντια ίσως, οπωσδήποτε όμως για καταναλωτικό κοινό με μέγεθος ικανό να υποστηρίξει για αρκετά χρόνια την παρουσία τους.
   Με το ξέσπασμα του πολέμου φυσικά, αυτή η πρώτη άνθιση διακόπτεται έως και οριστικά για πολλές από τις προαναφερόμενες βιομηχανίες. Προς τα τέλη πια της δεκαετίας του 1940 και με την επιστροφή της μελλοντικής baby-boomer γενιάς στις εστίες της, ο κύριος όγκος παραγωγής θα μετατοπιστεί στην αμερικανική ήπειρο. Κάτι απολύτως λογικό, αφού εκεί δεν υπήρξαν βομβαρδισμοί και γενικότερες καταστροφές σε υποδομές όπως στην Ευρώπη ή την Ιαπωνία.
   `Ετσι, παράγονται με διαρκώς αυξανόμενους ρυθμούς αυτοκίνητα τα οποία προοδευτικά και σε βάθος μιας-δυο δεκαετιών αρχίζουν να δίνουν βάρος στον πρωτοπόρο σχεδιασμό, προκειμένου ν’ ανταπεξέλθουν τόσο στον ανταγωνισμό, όσο και τις αγοραστικές απαιτήσεις και ιδιωτικές φιλοδοξίες.
   Το αποτέλεσμα φτάνει σε επίπεδα σπάνιας καλαισθησίας, γεγονός που κάνει πολλά από τ’ αυτοκίνητα της συγκεκριμένης περιόδου να έχουν αντέξει το τεστ του χρόνου και να θεωρούνται έως σήμερα κλασικά δείγματα βιομηχανικού πολιτισμού. Ακόμα και σε επίπεδο επιδόσεων όμως, όσα έχουν τύχει καλής συντήρησης ξεπερνούν κατά πολύ τα αντίστοιχα μεταγενέστερων δεκαετιών και συμμετέχουν ακόμα σε shows του είδους, εντυπωσιάζοντας νέες και μεγαλύτερες γενιές.
   Στην εν λόγω παρουσίαση θα δείτε γνωστά και λιγότερο γνωστά δείγματα της –αμερικανικής κατά πρώτο λόγο– αυτοκινητοβιομηχανίας, μαζί με ελάχιστες ευρωπαϊκές εκπροσωπήσεις. Απόντα βέβαια παντελώς προϊόντα από την ασιατική ήπειρο, τα οποία χαρακτηριζόταν ανέκαθεν από τη λειτουργικότητα μεν, τον συνηθέστατα βραχύ βίο τους δε. Έχουμε δώσει βάση στην αισθητική του πράγματος και για τον λόγο αυτό συχνά θα δείτε πολλαπλές εμφανίσεις μοντέλων από κάποιες εταιρείες, με μικρή ή μεγάλη χρονική διαφορά. Αποφύγαμε όσο μπορούσαμε τόσο τα concept cars (σχεδιαστικές απόπειρες που ποτέ δεν έφτασαν σε στάδιο μαζικής παραγωγής), όσο και τις custom εκδοχές. Η σειρά παρουσίασης είναι απολύτως τυχαία, ώστε το στοιχείο της έκπληξης να είναι κάθε στιγμή παρόν!
   Πάνω απ’ όλα θελήσαμε να «διασώσουμε» τις πιο διακεκριμένες περιπτώσεις οχημάτων του είδους (87 συνολικά), ώστε πέρα από τον όποιο προκαλούμενο θαυμασμό να αποκτήσετε μέτρο σύγκρισης και παράλληλα οδηγό αναγνώρισής τους στις ελληνικές και μη ταινίες όπου πολλά απ’ αυτά κάνουν θριαμβευτικά την εμφάνισή τους. Κάποτε αποτελούσαν κανόνα, σήμερα δυστυχώς εξαίρεση, αφού από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά –βοηθούσας της τότε πετρελαιακής κρίσης– η φαντασία στο σχεδιασμό έδωσε τη σκυτάλη στην απλούστευση, την πρακτικότητα και τη γενικότερη οικονομία. Η όποια αντιπαραβολή, είναι ασφαλώς με τρόπο συντριπτικό εις βάρος της πλειοψηφίας της διεθνούς σύγχρονης παραγωγής.  
   Για όλους τους παραπάνω λόγους, κατεβάστε τώρα την παρουσίαση/αισθητική πρόταση, ανοίξτε τα ηχεία και ξεκινήστε την κατάδυση σε άλλες εποχές, άγνωστες ίσως αλλά υποσυνείδητα αναγνωρίσιμες και παρούσες. Από εκεί και πέρα, δικά σας τα όνειρα και οι δυνατότητες…      
    

Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

VARIOUS – Disco Funk (RCA Victor, 1975) + VARIOUS – Funk Paarrrty (The Greek Communications Company - Seagull, 1977)


      Ξανά κοντά σας μετά από μακρά απουσία, απαραίτητη όμως για την αφομοίωση και προσαρμογή σε διάφορες καταστάσεις – κοινωνικές, προσωπικές, μουσικές κ.λπ. Για να σας αποζημιώσουμε για την αναμονή, ετοιμάσαμε και παρουσιάζουμε μια διπλή ανάρτηση, αρκετής σπανιότητας και ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας.
      Η πρώτη από τις δύο –ελληνικής εκτύπωσης– συλλογές από την καρδιά της δεκαετίας του ’70 με τίτλο “Disco-Funk”, φέρει υποσημείωση στο εξώφυλλο «Ειδικά για Discotheques». Προειδοποίηση; Διαφήμιση; Ενημέρωση ίσως; Γεγονός είναι ότι στους αμέσως μετά την μεταπολίτευση καιρούς οι σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των μουσικών ειδών δεν άφηναν και πολλά περιθώρια για παρεξηγήσεις, ούτε καν χρόνο για αποφυγή ορθογραφικών λαθών στις ετικέτες των δίσκων, όπου ο όρος “Various” γίνεται… αβασάνιστα και αμετάφραστα “Varius”. Σε καθαρά ακουστικό επίπεδο, έχουμε να κάνουμε με μια σειρά εξαιρετικών δειγμάτων της μετεξέλιξης της soul-funk των 60s σε αυτό που θα γινόταν ευρύτερα γνωστό στη μεν αλλοδαπή ως disco, στη δε ημεδαπή ως «γκιράπα» ή «καρέκλα». Πλην όμως, δεν μπορεί κανείς σήμερα που οι όποιες ενοχοποιήσεις του χορευτικού ήχου έχουν προ πολλού υποχωρήσει, να μην αναγνωρίσει την αναμφισβήτητη μουσική αξία των περιεχομένων ασμάτων, αποτέλεσμα προφανώς σοβαρής ενασχόλησης με πνευστά και κρουστά όργανα κατά κύριο λόγο. Στους καιρούς μας, όπου οι αυτοματισμοί και η ευκολία-ευτέλεια της ραπ έχει καλύψει και ομογενοποιήσει μεγάλο μέρος της διεθνούς μουσικής παραγωγής, ανάλογες καταθέσεις του παρελθόντος ξεχωρίζουν για την ποιότητά τους με το πρώτο κιόλας άκουσμα.
     Μικρής και μεγαλύτερης εμβέλειας σχήματα παρελαύνουν εδώ, με πιο αναγνωρίσιμα ίσως τους αρκετά μακρόβιους και πολυγραφότατους Con-Funk Shun και βέβαια τους Hudson County. Ειδικά για τους δεύτερους, που αποτελούν και προσωπική προτίμηση, έχουμε δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, σε εγχώριο blog που δελεαστικά αλλά εν τέλει αρκετά… σαδιστικά και αυτάρεσκα παρουσιάζει χωρίς δυνατότητα download κάποιους δυσεύρετους δίσκους του παρελθόντος όπως τον συγκεκριμένο, παρεμβήκαμε χάριν της ιστορίας με ανώνυμο σχόλιο. Σε αυτό, επισημάναμε πως το εισαγωγικό κιθαριστικό θέμα του τραγουδιού-κράχτη “Bim Sala Bim” χρησιμοποιήθηκε περίπου μια δεκαετία αργότερα από τους Clash, προς το τέλος του εξαιρετικού κομματιού τους “Overpowered By Funk" (από τον δίσκο “Combat Rock” του 1982). Σε χρόνια όπου το copyright δεν αποτελούσε αντικείμενο (αμερικανογενούς) υστερίας και κερδοσκοπικού παραλογισμού, έστω και ως απότιση φόρου τιμής σε μουσικές επιρροές εφηβικών χρόνων, το συγκεκριμένο «ξεσήκωμα» όχι απλώς παραβλέπεται αλλά αναγνωρίζεται και ακόμα αγαπιέται! (σημείωση: τώρα πια που η δισκογραφία παγκοσμίως έχει πάει τον δρόμο που όλοι γνωρίζουμε, τα copyrights δείχνουν να είναι η μόνη παρηγοριά των τέως μεγαλοκαρχαριών –νυν υαινών– των εταιριών που απέμειναν…). Δεύτερον, σχετικά πάντα με το κομμάτι των Hudson County, έχουμε υπ' όψιν μας και μια αναπάντεχα καλή διασκευή από την ορχήστρα του James Last, ενώ εικάζουμε πως στον καιρό του έτυχε ιδιαίτερης dancefloor αναγνώρισης στα μέρη μας, αφού σε ανύποπτο χρόνο εντοπίσαμε στα σχόλιά του στο YouTube αναφορά πατριώτη μας ότι του θυμίζει αξέχαστες χορευτικές στιγμές στο κλαμπ «Σινικόν» του αλλοτινού Νέου Φαλήρου. Τι ήταν το «Σινικόν»; Μα η πρώτη εκ των δύο παρακμιακών ντισκοτέκ που αναφέραμε πως λειτούργησαν στους χώρους του ιστορικού και σήμερα κατεδαφισμένου ξενοδοχείου «Ακταίον», για το οποίο εκτενές αφιέρωμα είχε γίνει σε παλιότερη ανάρτησή μας.

   
   Περνάμε τώρα στην ελαφρώς μεταγενέστερη δεύτερη συλλογή αναλόγου κλίματος της παρούσας προσφοράς, με την τραβηγμένη λέξη “Party” στον τίτλο να υποδηλώνει αφ’ ενός μάλλον το «ζόρικο» της υπόθεσης και αφ’ ετέρου τον έντονα μαύρο χαρακτήρα των περιεχομένων της. Βρισκόμαστε ήδη στο δεύτερο μισό των 70s και τα βιολιά στις ενορχηστρώσεις κάνουν αισθητή την παρουσία τους, υπογραμμίζοντας το ονειρικό/space στοιχείο που είχε αρχίσει να κυριαρχεί στην εμπορικότερη πια funk και disco σκηνή. Ξεχωρίζουμε εδώ τις παρουσίες της soul/blues ντίβας Shirley Brown και ασφαλώς των Ultrafunk στην πολύ καλή διασκευή του sexy “Use Me” του μεγάλου Bill Withers. `Αξιο μνείας επίσης το ενδεικτικό για την αισθητική (και τη μόδα) της εποχής σκίτσο στο εξώφυλλο, καθώς και το αρκετά… ταλαιπωρημένο οπισθόφυλλο, που μας κάνει να φανταζόμαστε τα μύρια όσα πάθη του δίσκου σε εφηβικά πάρτι με παπούτσι-έπιπλο και ψηλοκάβαλη καμπάνα! Η παρούσα κυκλοφορία (την οποία δεν έχουμε συναντήσει ποτέ σε κάποιο κατάστημα ή παζάρι, είναι χέρι-με-χέρι φιλική ανταλλαγή από τα μέσα των 90s) αποτελεί το δεύτερο μέρος της “Funk Paarrrty” συλλογής –η λέξη “Two” είχε διαγραφεί από το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσής της–, με το ακυκλοφόρητο στη χώρα μας πρώτο μέρος να χρονολογείται ένα έτος νωρίτερα, το 1976.
   Αυτά τα ολίγα ενημερωτικά και μη για την ώρα, δημιουργήστε κατάλληλη ατμόσφαιρα με τους ταξιδιάρικους αυτούς ήχους μιας άλλης πραγματικότητας and may the Funk be with you!