Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Random Hold - Etceteraville (Passport Records, 1980)


   Αλήθεια, έχετε ποτέ σας αναρωτηθεί πώς θα ακουγόντουσαν οι Van Der Graaf Generator αν κυκλοφορούσαν το πρώτο τους άλμπουμ εν έτει 1980; Κάτι τέτοιες περίεργες σκέψεις μάς πέρασαν από το μυαλό ακούγοντας ξανά και ξανά το πρώτο άλμπουμ των Βρεττανών Random Hold, με τίτλο “Etceteraville”. Ένας από τους λόγους που τα λέμε αυτά είναι επειδή ο Peter Hammil, δημιουργός των Van Der Graaf Generator και επιφανής μουσικός του εν λόγω θρυλικού σχήματος της progressive rock, βοήθησε τους Random Hold στα πρώτα τους βήματα κάνοντας την παραγωγή αλλά και δρώντας ως «σκιώδες» μέλος τους. Πιστεύουμε πως αυτό ώθησε το συγκρότημα στο να δώσει τον καλύτερο εαυτό του, δημιουργώντας για αρχή ένα δίσκο-επιτομή του παλιού με το καινούριο.
   Όσον αφορά τα μέλη των Random Hold, δεν επρόκειτο για ερασιτέχνες και ενδεχομένως δεν θα χρειαζόντουσαν τη βοήθεια του Peter Hammil. Έχουν σοβαρή εμπειρία στο ενεργητικό τους, όντας συνεργαζόμενοι με πασίγνωστους και «μάστορες» στο είδος τους όπως ο Brian Eno, ο Phil Manzanera, ο Peter Gabriel, οι Skids, αλλά και ο Jon Anderson των Yes. Είναι επιβλητικό και μόνο να αναφέρονται τα παραπάνω ονόματα, πόσω μάλλον να έχει κανείς συνεργαστεί μαζί τους.
   Στο πρώτο άκουσμα, οι Random Hold ανήκουν στο ίδιο είδος μουσικής όπως οι πασίγνωστοι Ultravox, οι Human League, ή οι Magazine και άλλα παρόμοια συγκροτήματα της μετα-πανκ και new wave σκηνής. Κατά τη γνώμη μας -και σε δεύτερη ανάλυση- αυτό που πέτυχαν οι Random Hold ήταν η όσμωση διαφορετικών επιρροών από το παρελθόν, ώστε να γεννηθεί ένας καινούργιος ήχος. Θεωρούμε δε, πως το πρώτο τους άλμπουμ “Etceteraville” είναι αριστουργηματικό και γι’ αυτό το λόγο αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά τραγούδια όπως τoWhat Happened” ή το “Montgomery Clift” που θα γίνει το καινούργιο αγαπημένο σας, αλλά και το “Silver Spoons” με τις φαινομενικά πολύπλοκες ενορχηστρώσεις. Τέλος, το “Precarious Timbers” θα προκαλέσει έντονες συγκινήσεις στους απανταχού λάτρεις της progressive rock.
   Για την ιστορία, το συγκρότημα κυκλοφόρησε άλλα δύο άλμπουμ, στο πρώτο από αυτά (“The View From Here”) έκανε και πάλι την παραγωγή ο Peter Hammil, ενώ στο δεύτερο (“Burn The Buildings”) την παραγωγή έκανε ο Rikki Sylvan (ελπίζουμε να τον θυμόσαστε από παλιότερη ανάρτησή μας).
   Τέλος, θέλουμε να πιστεύουμε πως η παρούσα ανάρτηση θα αναπληρώσει κάποια κενά στην μουσική παιδεία των αναγνωστών μας, αλλά και θα αναθερμάνει το ενδιαφέρον τους για παρόμοιους μουσικούς πειραματισμούς που μέλλονται να παρουσιαστούν στις εικονικές σελίδες του Prostitution Times


Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

ΔΙΑΦΟΡΟΙ - 40 Χρόνια ΜΙΝΙΟΝ (Minos, 1974)


   Αυτό κι αν είναι ταξίδι μέσα σε χρονο-κάψουλα!
  Από τα βάθη του μουσικού χρόνου ανασύρουμε σήμερα μια ασυνήθιστη επετειακή έκδοση του πάλαι-ποτέ μεγαλύτερου πολυκαταστήματος τα Αθήνας, του ιστορικού έως… μυθικού ΜΙΝΙΟΝ που θα λαμπάδιαζε στις προβοκατόρικες φωτιές της πρωτεύουσας το 1981. Αρχές του 1974 λοιπόν, έγινε υπό μορφή ποτ-πουρί με ενδιάμεσες επεξηγηματικές αφηγήσεις μια προσπάθεια αναδρομής σε χαρακτηριστικές μουσικές στιγμές της ελληνικής πραγματικότητας σε βάθος χρόνου τεσσάρων δεκαετιών, όσες συμπλήρωνε τότε και το προαναφερόμενο πολυκατάστημα. Υποθέτουμε ότι η επιλογή των ηχογραφήσεων (στην οποία δεν παραβλέπουμε τη συμμετοχή του μέγιστου Γιάννη Σπάρτακου), έγινε μέχρι τα μέσα του εν λόγω έτους, γιατί απουσιάζει παντελώς το πολιτικό τραγούδι που καιροφυλακτούσε να ξεσπάσει με τη μεταπολίτευση…
   Στα χαρακτηριστικά της μεταβατικής εκείνης εποχής ας σημειωθεί ο όρος “Marketing” που κάνει δειλά την εμφάνισή του στο οπισθόφυλλο –προάγγελος των γιάπικων προτύπων που θ’ ακολουθούσαν λίγα χρόνια αργότερα, όπως και ο όρος «ηλεκτρονικός διερευνητής» που ήταν δόκιμος κατά την περίοδο αυτή.
   Αυτό που μας οδήγησε στον συγκεκριμένο δίσκο, ήταν όμως μια φωνή: εκείνη της αξέχαστης Βίκυς Καρέλλη, που μόνο ως μακρινή, μαγική ανάμνηση ηχεί πια στ’ αυτιά μας από τηλεοπτικές εκφωνήσεις σε ντοκυμαντέρ του Ζακ Υβ Κουστώ στην τότε κρατική τηλεόραση. Εντοπίστε την ανάμεσα στους σχολιασμούς των κομματιών του δίσκου, για να πάρετε μια μικρή ιδέα του τι σήμαινε σε άλλους καιρούς σωστή άρθρωση, ορθή εκφορά της ελληνικής και βελούδινη χροιά φωνής ταυτόχρονα. Σε εποχές που έπρεπε να προφέρεις το «ντ» με διάκριση των δύο συμφώνων και όχι με το σλάβικο «d» που κυριαρχεί παντού σήμερα, αν ήθελες να έχεις τις παραμικρές ελπίδες πρόσληψης ως εκφωνητής/εκφωνήτρια σε ραδιόφωνο ή τηλεόραση…
   Η μουσική αξία του δίσκου σαφώς θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη αν τα κομμάτια ακούγονταν ολόκληρα (για λόγους κόστους προφανώς, στριμώχτηκαν 40 τραγούδια σε μονό δίσκο!) ή ακόμα αν –κατά τη γνώμη μας– έλειπαν στιγμές όπως εκείνη του «ακατονόμαστου» μουσικού… καπελωτή των πάντων, που από τότε περίπου είχε αρχίσει να δυναστεύει το νεότερο ελληνικό τραγούδι.
  Έστω κι έτσι, κρατάμε τον εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα του εγχειρήματος ως στιγμιότυπο αλλοτινών, αγνότερων εποχών και αντιτάσσουμε με τη βοήθειά του τρέλα στην τρέλα των σημερινών.