Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Hunters & Collectors - The Fireman's Curse (Virgin, 1983)



 Μετά από την υπέροχη παρουσίαση των πιο εντυπωσιακών αυτοκινήτων του παρελθόντος, ήρθε η ώρα να αναρτήσουμε περισσότερη μουσική. Σίγουρα θα θυμάστε τους Hunters & Collectors από την Αυστραλία και την παλιότερη ανάρτησή μας που αφορούσε στην διεθνή έκδοση του πρώτου τους επώνυμου άλμπουμ. Τώρα, έχουμε στα χέρια μας τον δεύτερο κατά σειρά δίσκο τους με τίτλο "The Fireman's Curse" που βγήκε το 1983 και φυσικά είμαστε στην ευχάριστη θέση να πραγματοποιήσουμε την ανάρτηση αυτή.
Γενικά το "The Fireman's Curse" βρίσκεται σε παρόμοια μουσικά χνάρια με το προηγούμενο άλμπουμ, εξερευνώντας μετα-πάνκ ήχους μέσω επιβλητικών funk ρυθμών με μια δόση πειραματισμού. Κατά τη γνώμη μας, το αποτέλεσμα είναι άκρως ατμοσφαιρικό. Να σημειώσουμε εδώ πως πριν από την προσεκτική ακρόαση του δίσκου, προηγήθηκε μια "έρευνα" στις κριτικές που είχαν γραφτεί κατά το παρελθόν. Κάποιες από αυτές αναφέρουν πως το "The Fireman's Curse" αποτέλεσε μια κυκλοφορία που πρόδιδε στασιμότητα και την έλλειψη επιλογών και έμπνευσης από την μεριά του συγκροτήματος. Μετά από την προσεκτική και επανειλημμένη ακρόαση των κομματιών, εμείς πιστεύουμε πως μόνο στασιμότητα δεν δείχνει η μουσική του "The Fireman's Curse". Απεναντίας, τα τραγούδια που αποτελούν τον δίσκο προχωρούν τη μουσική των Hunters ακόμη ένα βήμα παρακάτω. Αν λογαριάσει κανείς και το "πρόχειρο" εξώφυλλο που προσδίδει μια νότα d.i.y. αλλά και πειραματισμού με διάφορες μορφές τέχνης όπως το collage, πιστεύουμε πως προσθέτει αρκετά στην καλλιτεχνική αξία του εν λόγω δίσκου. Από όσο γνωρίζουμε, αυτή η τάση του collage συνεχίστηκε και στα επόμενα εξώφυλλά τους.
Από τα τραγούδια του άλμπουμ ξεχωρίσαμε τα "Sway" και "Drinking Bomb", και οπωσδήποτε πατήσαμε 'replay' στα άκρως εθιστικά "Curse", "Fish Roar" και "Mr. Right".
Ευελπιστούμε λοιπόν πως θα προσθέσετε το άλμπουμ αυτό στα αγαπημένα σας θερινά ακούσματα, έστω και αν είναι η πρώτη φορά που ακούτε γι' αυτό ή για τους Hunters & Collectors.


Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Κούρσες για… κούρσες!



    Τα έχετε συναντήσει. Αποσπασματικά. Σε ταινίες, σήριαλ, αφίσες. Στον καιρό τους, τα περισσότερα τα έλεγαν με κρυφό δέος «κούρσες». Σε κάποιες περιπτώσεις, «κουρσάρες»!
   Κυρίες και κύριοι, για πρώτη απ’ όσο γνωρίζουμε φορά εγχωρίως, παρουσιάζονται συγκεντρωμένα κάποια από τα εμβληματικότερα αυτοκίνητα του παρελθόντος –από τα τέλη της δεκαετίας του 1930, έως τα τέλη περίπου της δεκαετίας του 1960. Σε χρόνια όπου το στυλ συμβάδιζε και κάποτε ακόμα και προπορευόταν της χρηστικότητας.   
   Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η αγγλική, η γαλλική, η ιταλική, ακόμα και η… τσέχικη, τολμούν να εξερευνήσουν και να ενσωματώσουν στοιχεία art deco στον εσωτερικό αλλά και εξωτερικό σχεδιασμό των προϊόντων τους. Τα αποτελέσματα συχνά ήταν εξωπραγματικά όμορφα. Όχι για αδύναμα βαλάντια ίσως, οπωσδήποτε όμως για καταναλωτικό κοινό με μέγεθος ικανό να υποστηρίξει για αρκετά χρόνια την παρουσία τους.
   Με το ξέσπασμα του πολέμου φυσικά, αυτή η πρώτη άνθιση διακόπτεται έως και οριστικά για πολλές από τις προαναφερόμενες βιομηχανίες. Προς τα τέλη πια της δεκαετίας του 1940 και με την επιστροφή της μελλοντικής baby-boomer γενιάς στις εστίες της, ο κύριος όγκος παραγωγής θα μετατοπιστεί στην αμερικανική ήπειρο. Κάτι απολύτως λογικό, αφού εκεί δεν υπήρξαν βομβαρδισμοί και γενικότερες καταστροφές σε υποδομές όπως στην Ευρώπη ή την Ιαπωνία.
   Έτσι, παράγονται με διαρκώς αυξανόμενους ρυθμούς αυτοκίνητα τα οποία προοδευτικά και σε βάθος μιας-δυο δεκαετιών αρχίζουν να δίνουν βάρος στον πρωτοπόρο σχεδιασμό, προκειμένου ν’ ανταπεξέλθουν τόσο στον ανταγωνισμό, όσο και τις αγοραστικές απαιτήσεις και ιδιωτικές φιλοδοξίες.
   Το αποτέλεσμα φτάνει σε επίπεδα σπάνιας καλαισθησίας, γεγονός που κάνει πολλά από τ’ αυτοκίνητα της συγκεκριμένης περιόδου να έχουν αντέξει το τεστ του χρόνου και να θεωρούνται έως σήμερα κλασικά δείγματα βιομηχανικού πολιτισμού. Ακόμα και σε επίπεδο επιδόσεων όμως, όσα έχουν τύχει καλής συντήρησης ξεπερνούν κατά πολύ τα αντίστοιχα μεταγενέστερων δεκαετιών και συμμετέχουν ακόμα σε shows του είδους, εντυπωσιάζοντας νέες και μεγαλύτερες γενιές.
   Στην εν λόγω παρουσίαση θα δείτε γνωστά και λιγότερο γνωστά δείγματα της –αμερικανικής κατά πρώτο λόγο– αυτοκινητοβιομηχανίας, μαζί με ελάχιστες ευρωπαϊκές εκπροσωπήσεις. Απόντα βέβαια παντελώς προϊόντα από την ασιατική ήπειρο, τα οποία χαρακτηριζόταν ανέκαθεν από τη λειτουργικότητα μεν, τον συνηθέστατα βραχύ βίο τους δε. Έχουμε δώσει βάση στην αισθητική του πράγματος και για τον λόγο αυτό συχνά θα δείτε πολλαπλές εμφανίσεις μοντέλων από κάποιες εταιρείες, με μικρή ή μεγάλη χρονική διαφορά. Αποφύγαμε όσο μπορούσαμε τόσο τα concept cars (σχεδιαστικές απόπειρες που ποτέ δεν έφτασαν σε στάδιο μαζικής παραγωγής), όσο και τις custom εκδοχές. Η σειρά παρουσίασης είναι απολύτως τυχαία, ώστε το στοιχείο της έκπληξης να είναι κάθε στιγμή παρόν!
   Πάνω απ’ όλα θελήσαμε να «διασώσουμε» τις πιο διακεκριμένες περιπτώσεις οχημάτων του είδους (87 συνολικά), ώστε πέρα από τον όποιο προκαλούμενο θαυμασμό να αποκτήσετε μέτρο σύγκρισης και παράλληλα οδηγό αναγνώρισής τους στις ελληνικές και μη ταινίες όπου πολλά απ’ αυτά κάνουν θριαμβευτικά την εμφάνισή τους. Κάποτε αποτελούσαν κανόνα, σήμερα δυστυχώς εξαίρεση, αφού από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά –βοηθούσας της τότε πετρελαιακής κρίσης– η φαντασία στο σχεδιασμό έδωσε τη σκυτάλη στην απλούστευση, την πρακτικότητα και τη γενικότερη οικονομία. Η όποια αντιπαραβολή, είναι ασφαλώς με τρόπο συντριπτικό εις βάρος της πλειοψηφίας της διεθνούς σύγχρονης παραγωγής.  
   Για όλους τους παραπάνω λόγους, κατεβάστε τώρα την παρουσίαση/αισθητική πρόταση, ανοίξτε τα ηχεία και ξεκινήστε την κατάδυση σε άλλες εποχές, άγνωστες ίσως αλλά υποσυνείδητα αναγνωρίσιμες και παρούσες. Από εκεί και πέρα, δικά σας τα όνειρα και οι δυνατότητες…      
    

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

VARIOUS – Disco Funk (RCA Victor, 1975) + VARIOUS – Funk Paarrrty (The Greek Communications Company - Seagull, 1977)


      Ξανά κοντά σας μετά από μακρά απουσία, απαραίτητη όμως για την αφομοίωση και προσαρμογή σε διάφορες καταστάσεις – κοινωνικές, προσωπικές, μουσικές κ.λπ. Για να σας αποζημιώσουμε για την αναμονή, ετοιμάσαμε και παρουσιάζουμε μια διπλή ανάρτηση, αρκετής σπανιότητας και ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας.
      Η πρώτη από τις δύο –ελληνικής εκτύπωσης– συλλογές από την καρδιά της δεκαετίας του ’70 με τίτλο “Disco-Funk”, φέρει υποσημείωση στο εξώφυλλο «Ειδικά για Discotheques». Προειδοποίηση; Διαφήμιση; Ενημέρωση ίσως; Γεγονός είναι ότι στους αμέσως μετά την μεταπολίτευση καιρούς οι σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των μουσικών ειδών δεν άφηναν και πολλά περιθώρια για παρεξηγήσεις, ούτε καν χρόνο για αποφυγή ορθογραφικών λαθών στις ετικέτες των δίσκων, όπου ο όρος “Various” γίνεται… αβασάνιστα και αμετάφραστα “Varius”. Σε καθαρά ακουστικό επίπεδο, έχουμε να κάνουμε με μια σειρά εξαιρετικών δειγμάτων της μετεξέλιξης της soul-funk των 60s σε αυτό που θα γινόταν ευρύτερα γνωστό στη μεν αλλοδαπή ως disco, στη δε ημεδαπή ως «γκιράπα» ή «καρέκλα». Πλην όμως, δεν μπορεί κανείς σήμερα που οι όποιες ενοχοποιήσεις του χορευτικού ήχου έχουν προ πολλού υποχωρήσει, να μην αναγνωρίσει την αναμφισβήτητη μουσική αξία των περιεχομένων ασμάτων, αποτέλεσμα προφανώς σοβαρής ενασχόλησης με πνευστά και κρουστά όργανα κατά κύριο λόγο. Στους καιρούς μας, όπου οι αυτοματισμοί και η ευκολία-ευτέλεια της ραπ έχει καλύψει και ομογενοποιήσει μεγάλο μέρος της διεθνούς μουσικής παραγωγής, ανάλογες καταθέσεις του παρελθόντος ξεχωρίζουν για την ποιότητά τους με το πρώτο κιόλας άκουσμα.
     Μικρής και μεγαλύτερης εμβέλειας σχήματα παρελαύνουν εδώ, με πιο αναγνωρίσιμα ίσως τους αρκετά μακρόβιους και πολυγραφότατους Con-Funk Shun και βέβαια τους Hudson County. Ειδικά για τους δεύτερους, που αποτελούν και προσωπική προτίμηση, έχουμε δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, σε εγχώριο blog που δελεαστικά αλλά εν τέλει αρκετά… σαδιστικά και αυτάρεσκα παρουσιάζει χωρίς δυνατότητα download κάποιους δυσεύρετους δίσκους του παρελθόντος όπως τον συγκεκριμένο, παρεμβήκαμε χάριν της ιστορίας με ανώνυμο σχόλιο. Σε αυτό, επισημάναμε πως το εισαγωγικό κιθαριστικό θέμα του τραγουδιού-κράχτη “Bim Sala Bim” χρησιμοποιήθηκε περίπου μια δεκαετία αργότερα από τους Clash, προς το τέλος του εξαιρετικού κομματιού τους “Overpowered By Funk" (από τον δίσκο “Combat Rock” του 1982). Σε χρόνια όπου το copyright δεν αποτελούσε αντικείμενο (αμερικανογενούς) υστερίας και κερδοσκοπικού παραλογισμού, έστω και ως απότιση φόρου τιμής σε μουσικές επιρροές εφηβικών χρόνων, το συγκεκριμένο «ξεσήκωμα» όχι απλώς παραβλέπεται αλλά αναγνωρίζεται και ακόμα αγαπιέται! (σημείωση: τώρα πια που η δισκογραφία παγκοσμίως έχει πάει τον δρόμο που όλοι γνωρίζουμε, τα copyrights δείχνουν να είναι η μόνη παρηγοριά των τέως μεγαλοκαρχαριών –νυν υαινών– των εταιριών που απέμειναν…). Δεύτερον, σχετικά πάντα με το κομμάτι των Hudson County, έχουμε υπ' όψιν μας και μια αναπάντεχα καλή διασκευή από την ορχήστρα του James Last, ενώ εικάζουμε πως στον καιρό του έτυχε ιδιαίτερης dancefloor αναγνώρισης στα μέρη μας, αφού σε ανύποπτο χρόνο εντοπίσαμε στα σχόλιά του στο YouTube αναφορά πατριώτη μας ότι του θυμίζει αξέχαστες χορευτικές στιγμές στο κλαμπ «Σινικόν» του αλλοτινού Νέου Φαλήρου. Τι ήταν το «Σινικόν»; Μα η πρώτη εκ των δύο παρακμιακών ντισκοτέκ που αναφέραμε πως λειτούργησαν στους χώρους του ιστορικού και σήμερα κατεδαφισμένου ξενοδοχείου «Ακταίον», για το οποίο εκτενές αφιέρωμα είχε γίνει σε παλιότερη ανάρτησή μας.

   
   Περνάμε τώρα στην ελαφρώς μεταγενέστερη δεύτερη συλλογή αναλόγου κλίματος της παρούσας προσφοράς, με την τραβηγμένη λέξη “Party” στον τίτλο να υποδηλώνει αφ’ ενός μάλλον το «ζόρικο» της υπόθεσης και αφ’ ετέρου τον έντονα μαύρο χαρακτήρα των περιεχομένων της. Βρισκόμαστε ήδη στο δεύτερο μισό των 70s και τα βιολιά στις ενορχηστρώσεις κάνουν αισθητή την παρουσία τους, υπογραμμίζοντας το ονειρικό/space στοιχείο που είχε αρχίσει να κυριαρχεί στην εμπορικότερη πια funk και disco σκηνή. Ξεχωρίζουμε εδώ τις παρουσίες της soul/blues ντίβας Shirley Brown και ασφαλώς των Ultrafunk στην πολύ καλή διασκευή του sexyUse Me” του μεγάλου Bill Withers. Άξιο μνείας επίσης το ενδεικτικό για την αισθητική (και τη μόδα) της εποχής σκίτσο στο εξώφυλλο, καθώς και το αρκετά… ταλαιπωρημένο οπισθόφυλλο, που μας κάνει να φανταζόμαστε τα μύρια όσα πάθη του δίσκου σε εφηβικά πάρτι με παπούτσι-έπιπλο και ψηλοκάβαλη καμπάνα! Η παρούσα κυκλοφορία (την οποία δεν έχουμε συναντήσει ποτέ σε κάποιο κατάστημα ή παζάρι, είναι χέρι-με-χέρι φιλική ανταλλαγή από τα μέσα των 90s) αποτελεί το δεύτερο μέρος της “Funk Paarrrty” συλλογής –η λέξη “Two” είχε διαγραφεί από το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσής της–, με το ακυκλοφόρητο στη χώρα μας πρώτο μέρος να χρονολογείται ένα έτος νωρίτερα, το 1976.
   Αυτά τα ολίγα ενημερωτικά και μη για την ώρα, δημιουργήστε κατάλληλη ατμόσφαιρα με τους ταξιδιάρικους αυτούς ήχους μιας άλλης πραγματικότητας and may the Funk be with you!

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Gaye Bykers on Acid - Groovedivesoapdish (Bleed Records, 1989)


Έχει κανείς σας υπ' όψη του τι είναι το «grebo»; Ακούγεται μάλλον σαν κάτι χιπστερικό, έτσι; Ή μήπως είναι κάποιο λαχανικό που σε κάνει υπερ-ήρωα; Τελικά δεν είναι τίποτα από τα παραπάνω. Εμείς το μάθαμε πρόσφατα κατά τη διάρκεια μιας «ψαχτικής» που κάναμε ώστε να εμπλουτίσουμε την παρούσα ανάρτηση και να διαφωτίσουμε τους αναγνώστες μας γύρω από τους σχετικά άγνωστους Gaye Bykers On Acid ή για συντομία G.B.O.A, πρωτοστάτες του μουσικού κινήματος «grebo».
Πρώτον, όσον αφορά τον όρο «Grebo», αρχικά αναφερόταν σε ροκ συγκροτήματα με εμμονή στις μοτοσικλέτες και αντίστοιχο ντύσιμο και εμφάνιση των μοτοσικλετιστών – σύμφωνα με την επικρατέστερη ερμηνεία, ο παραπάνω όρος αποτελεί ελαφρώς υποτιμητική παραφθορά του «greaser», μηχανόβιου δηλ. νεαρού με μπριγιαντίνη στην κόμη. Αυτό αφορούσε και σε οπαδούς των Motorhead, αλλά και των Status Quo. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 ο όρος επανήλθε με έμφαση σε αρκετά νέα συγκροτήματα. Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά από τα πιο γνωστά, όπως οι Pop Will Eat Itself, οι Wonder Stuff, οι Ned's Atomic Dubstin, οι The Bomb Party, οι Carter USM και φυσικά οι Gaye Bykers On Acid. Εννοείται πως και η μουσική «grebo» είχε το δικό της ξεχωριστό στυλ, καθώς τα περισσότερα γκρουπ έπαιζαν ένα μείγμα garage ροκ, μετα-punk, alternative ροκ, ποπ, λίγης hip-hop και electronica. Ήταν γενικά ένα νέο παρακλάδι της rock, που προσπαθούσε να ξεχωρίσει και να εδραιωθεί. Οι G.B.O.A. πάντως αυτοπροσδιοριζονται ως ψυχεδελικοί-ηλεκτροπάνκ ποπ «grebo». Δική μας εντύπωση είναι πως οι ευαγγελιζόμενοι αυτό το είδος μουσικής ενώ είχαν την τάση να υπερβάλλουν ή να παρωδούν την εικόνα του «σκληρού ροκά μηχανόβιου» μπορούσαν ταυτόχρονα και να αυτοσαρκάζονται. Τελικά το μουσικό κίνημα δεν πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις και περιορίστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, οπότε ήταν μάλλον αποκλειστικά βρετανική υπόθεση.
Οι Gaye Bykers On Acid, ένα συγκρότημα των οποίων το όνομα ξεχωρίζει και τιμά τη μουσική «grebo», ήταν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σχήματα αλλά και συνιδρυτές του κινήματος αυτού, όπως εκφράστηκε από τα μέσα/τέλη της δεκαετίας 1980 ως και τα μέσα της δεκαετίας 1990. Το σχήμα κατάγεται από την περιοχή του Leicester της Μεγάλη Βρετανίας και σχηματίστηκε το 1984. Αρχικά η μουσική τους χαρακτηριζόταν ως πανκ ροκ, αναμειγμένη με ψυχεδελική ροκ με διάσπαρτες ηλεκτρονικές επιρροές. Συγκεκριμένα τα πρώτα τους E.P. «Everythang's Groovy» (1986) και «The Nosedive» (1987)  - δηλαδή το L.P./συλλογή «Groovedivesoapdish» - είναι χαρακτηριστικά αυτού του πρώιμου ήχου. Αργότερα σκλήρυναν ακόμη περισσότερο τον ήχο τους ώστε να περνούν και ως heavy metal σχήμα. Επίσης αξιοθαύμαστο με αυτό το συγκρότημα είναι πως είχαν αρκετές ιδέες για άλλα παράλληλα projects που αφορούσαν και αποκλειστικά ηλεκτρονική μουσική και πως πραγματοποίησαν αρκετές ιδέες τους στα πλαίσια του εφικτού.
Το άλμπουμ/συλλογή "Groovedivesoapdish" που όπως ήδη αναφέραμε πιο πάνω απαρτίζεται από τα δύο πρώτα E.P. του 1986 και 1987 αντίστοιχα, είναι γεγονός πως περιέχει κάποια από τα καλύτερα τραγούδια τους, χωρίς να απογοητεύει τα αυτιά μας, αφού ένα προς ένα τα κομμάτια του άλμπουμ είναι γεμάτα με πρώιμη rock 'n' roll ορμή και ξεσηκωτικούς ρυθμούς. Σαν χθες μοιάζει που ακούσαμε σε κάποια εκπομπή της ΕΡΑ2 κάπου στα 1988-89 την κομματάρα "Golf Trek" και μάθαμε για τους G.B.O.A. για πρώτη φορά. Αργότερα ακούσαμε και άλλα, τα οποία φυσικά μόνο υποδεέστερα δεν είναι. Τι να πει κανείς για τα "Everythang's Groovy", "Nosedive Karma", ή το "Delerium" που μοιάζει να βγήκε από μια μετα-πάνκ "Ζώνη του Λυκόφωτος"; Τέλος, να προσθέσουμε και μια παράξενη «πινελιά» σχετικά με το "Groovedivesoapdish". Ο δίσκος παίζει μόνο από τη μία του πλευρά επειδή στην άλλη έχει ένα ανάγλυφο σχέδιο, το οποίο δυστυχώς δεν καταφέραμε να το αποτυπώσουμε στην εντέλεια κατά τη σάρωση.
Εν κατακλείδι, είμαστε βέβαιοι ότι πολλοί από τους αναγνώστες μας θα έχουν ήδη εντοπίσει στα δισκοπωλεία μεταχειρισμένων δίσκων των Εξαρχείων, του Μοναστηρακίου, ίσως και αλλού, κάποια από τα άλμπουμ του εν λόγω τολμηρού και παράξενου συγκροτήματος. Αν καταφέραμε με αυτή την ανάρτηση να σας κινήσουμε την περιέργεια, δοκιμάστε να τους ακούσετε και κρίνετε από μόνοι σας. Εάν ενδιαφέρεστε πάντως να υπάρξει συνέχεια, θα μπορούσαμε μελλοντικά να ανεβάσουμε και τα δύο πρώτα L.P. "Drilled Your Own Hole" (1987) και "Stewed To The Gills" (1989). Περιμένουμε τα σχόλιά σας επ' αυτού!!

 


Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Hunters & Collectors - Hunters & Collectors (Virgin, 1983)




       Φιλοδοξούμε αυτή η ανάρτηση να σας πάει μακριά… ως το νότιο ημισφαίριο και την Αυστραλία, δηλαδή στον αντίποδα του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε, με τους Hunters & Collectors. Ίσως θυμάστε πως τους είχαμε πρωτοσυναντήσει στη συλλογή της A&M RecordsMaiden Australia”, όπου και τους ξεχωρίσαμε μαζί με τους Sunnyboys ως τις δύο αξιολογότερες συμμετοχές της εν λόγω συλλογής.
      Οι Hunters & Collectors, είναι new wave συγκρότημα που υφίσταται από το 1981 και παραμένει σε δημιουργική ενασχόληση με τη μουσική ως και τις μέρες μας, βεβαίως με διάφορες παύσεις και ενδιάμεσα διαλείμματα. Λέγεται ότι τα μέλη των Hunters & Collectors υπήρξαν λάτρεις της krautrock και πως πήραν το όνομά τους από το ομότιτλο τραγούδι των Can από το LPLanded” (1975). Πέρα από αυτό, μάς κέντρισαν την περιέργεια και τα τεκταινόμενα περί της ύπαρξης και κυκλοφορίας του δίσκου που περιγράφουμε σε αυτή την ανάρτηση, και εξηγούμε τον λόγο: φαίνεται πως οι Hunters & Collectors έχουν στο ενεργητικό τους δύο ομώνυμους δίσκους χρονικής απόστασης ενός έτους και με παρόμοια λίστα τραγουδιών, πράγμα που μάς προκάλεσε σύγχυση ως υποψήφιους λάτρεις της μουσικής τους. Πράγματι, μετά από αρκετή αναζήτηση, ξεκαθαρίστηκε πως το παρθενικό άλμπουμ τους  «Hunters & Collectors» κυκλοφόρησε σε διπλό βινύλιο αρχικά στην πατρίδα τους το 1982. Την επόμενη χρονιά το συγκρότημα ξεκίνησε περιοδεία στην Μεγάλη Βρετανία, όπου και υπόγραψε συμβόλαιο με την Virgin Records και προφανώς αποφασίστηκε να επανακυκλοφορήσει το πρώτο άλμπουμ, αυτή τη φορά σε παγκόσμια κλίμακα. Βέβαια, η διεθνής έκδοση του ομώνυμου δίσκου περιέχει τρία μόλις τραγούδια από το αρχικό διπλό άλμπουμ («Talking to a Stranger», «Scream Who», «Run Run Run») και συμπληρώνεται με τέσσερα τραγούδια που περιέχονταν στο ep «Payload» («Towtruck», «Droptank», «Mouthtrap», «Lumps of Lead»). Το δε ωραίο εξώφυλλο ανήκει και αυτό στο ep «Payload».
      Ξέρουμε όμως πως αυτά κουράζουν τον αναγνώστη και πως κυρίως οι βινυλιοθήρες ενδιαφέρονται για τις παραπάνω πληροφορίες. Δεν θέλουμε να δώσουμε την εντύπωση πως κρύβουμε με την πολυλογία μας την φτώχεια της μουσικής των Hunters & Collectors. Απεναντίας, οι Hunters & Collectors είναι ένα αξιοπρόσεκτο και αξιόλογο συγκρότημα, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής τους. Ακόμα και αυτή η πετσοκομμένη και ίσως… χοντροκομμένη εκδοχή του ομώνυμου δίσκου είναι ικανή να συγκλονίσει με το δυναμισμό που αποπνέει καθώς και την πρωτοτυπία της. Αποδεικνύεται δε πως ακόμη και τυχαία τραγούδια τους από ένα ep δεν υστερούν καθόλου και συγκρίνονται άνετα με τα τραγούδια μιας ολοκληρωμένης κυκλοφορίας. Η ουσία όλων των τραγουδιών που αναφέραμε πιο πάνω, ο κοινός παρονομαστής είναι η drums που κυριολεκτικά χορεύει funk πάνω σε μπάσο αλά «Talking Heads». Ό,τι λείπει από τα φωνητικά σε μελωδικότητα, το συμπληρώνουν τα πνευστά και τα πλήκτρα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι άψογα «δεμένη» μουσική που εθίζει και ερεθίζει εγκεφαλικά, ενώ ο ακροατής ταυτόχρονα πασχίζει ν’ ανακαλύψει τί άλλο μπορεί να κρύβεται μέσα σε τόσο πομπώδη αλλά και υπέροχα τραγούδια.
    Είμαστε σίγουροι πως οι Hunters & Collectors θα γίνουν οι επόμενοι αγαπημένοι σας και πως με αφορμή την ανάρτηση θα θελήσετε να ψάξετε ακόμα περισσότερο την μουσική τους. Υποσχόμαστε ότι αν πέσει στα χέρια μας κάποιος από τους πρώτους τους δίσκους, ευθύς αμέσως θα μοιραστούμε την ακουστική εμπειρία μαζί σας.